Κυριακή 15 Οκτωβρίου 2017

Πλατεία Κλαυθμώνος περίπου έντεκα. Ζέστη στον ήλιο κρύο στον ίσκιο..Τα γνωστά ,άστεγοι,χρήστες,γυμνά καλώδια για φόρτιση κινητών σε κολώνες. Τσιγγάνες για την μοίρα,επαίτες για τυρόπιτα. Τέσσερις άνθρωποι ,μια γυναίκα με αμφίεση που δείχνει μετανάστρια μαντίλα στο κεφάλι. Μικρή σε ηλικία δείχνει να είναι μητέρα τριών μικρών ανθρωπακων που το μεγαλύτερο είναι γύρω στα επτα οχτώ ετών.
Εκείνης μιλάει στο τηλέφωνο και το δίνει συχνά στον μικρό μεγάλο,το παιδί μιλάει αγγλικά. Το παιδί τρέχει πάνω κάτω σαν να ψάχνει κοιτά τους δρόμους,παράλληλα μαζεύει τα δύο ποιό μικρά πιθανόν αδέρφια του όταν απομακρύνονται.
Είναι φανερό είναι ο "προστάτης"της οικογένειας ,είναι φανερό ότι κάποιος το έχει ορίσει.
Το παρακολουθώ,το χαζεύω,το θαυμάζω....Κάτι κουβέντες αγγλικές βγαίνουν από το στόμα του και φέρνει ο αέρας σε μένα,δρόμος Ομόνοια κάτι τέτοιο. Τα μάτια του ψάχνουν γύρω,είναι φανερό η μάνα δεν γνωρίζει αγγλικά.
Ο μικρός μεγάλος βάζει την οικογένεια να κάτσει στο παγκάκι,μισό μέτρο ανθρωπάκι.
Μαη φρεντ λέει σε έναν ηλικιωμένο περαστικο ,εκείνος περιμένοντας προφανώς ότι θα ζητήσει χρήματα κάνει κίνηση με το χέρι του σαν φεύγα δεν έχω.
Εκεί εκεί κάνει κίνηση η μάνα με το χέρι και δείχνει εμάς...μαη φρεντ λέει,χαμογελάω για την προσφώνηση (σκέφτομαι διάφορα σε κλάσματα δευτερολέπτου για το πως έμαθε αυτή την προσφώνηση) γες λεω..
Ομόνοια δεν είναι εδώ η Ομόνοια ρωτάει σε αγγλικά καλύτερα από τα δικά μου,έχει δύο έξυπνα μάτια και μία αγωνία στο πρόσωπο.
Τον πάω στην άκρη της πλατείας και του δείχνω την Ομόνοια στο βάθος,έχει προηγουμένως κάνει καθησυχαστική κίνηση και κάτι σαν καθίστε εκεί στην οικογένεια του .
Μαη φρεντ θενκιου λέει και μου δίνει το χέρι του,ενα χαμόγελο έχει πάρει θέση στην αγωνία του προσώπου.
Γυρνά στο παγκάκι κάτι λέει στους δικούς του,βοηθάει την μάνα να φορέσει το σακίδιο στην πλάτη ,βοηθάει και τα δύο μικρότερα αδέρφια του να κάνουν το ίδιο.
Ο μικρός μεγάλος φορτώνετε στην πλάτη ενα σακίδιο μεγαλύτερο από το μπόι του ,πιάνει τα δύο αδέρφια του από το χέρι και ξεκινάνε.

Πέρασε η ώρα κοντεύει δώδεκα , και εγώ πρέπει να παω στην Αχαρνών στο παιχνιδαδικο που είναι ανοιχτό. Πρέπει να διαλέξω παιχνίδι για την δεκάχρονη κόρη του φίλου που θα δω το βράδυ..

Δευτέρα 9 Οκτωβρίου 2017

Στο καφέ του jerry ο ήλιος πέρναγε ανάμεσα από τις ομπρέλες. Ήλιος ζεστός κυρίαρχος του πρωινού. Καθώς το τσιγάρο καιγόταν στα χείλη αισθάνθηκε αυτή την φαγούρα στο πρόσωπο,δείγμα ότι ήθελε ξύρισμα.

Πίσω από το πλέγμα μόλις τον είδε ρώτησε,τι έχεις και είσαι αξυριστος ,δεν είσαι καλά;
Πρέπει να είχε δει και κάποιο δάκρυ να ετοιμάζεται να κυλήσει.
Τι να πει,τι να εξηγήσει,οι εικόνες άλλωστε ξεθωριασαν στο βάθος του χρόνου.

Στο καφέ του jerry ο ήλιος είχε αρχίσει να καίει. Ήλιε ήλιε αρχηγέ δώσ το σύνθημα εσύ..το σκοτάδι να πάψει και να λάμψει η αυγή. Χαμογέλασε ..είναι παράξενο πως κάποιοι στίχοι κάτι φορές τρυπώνουν στο μυαλό.
Ο ήλιος ζήτησε τσιγάρο ..του πρόσφερε. Ο ήλιος ήταν ενήλικος πλέον είχε φτάσει μεσημέρι.

Στα παγκάκια εκείνα περιτριγυρισμένα από χακί φορεσιές,του πρόσφερε,το πήρε και παρατήρησε ότι τον κοίταζε. Το άναψε..Κάτι σαν τώρα είσαι άντρας,δεν χρειάζεται να κρύβεσαι του είπε...Πρέπει να του είχε κακοφανει ,του άρεσε να έχει μυστικά,του άρεσε να κρύβεται,η αίσθηση της παρανομίας.

Στο καφέ του jerry ο Κυρ. Τάκης ζήτησε βοήθεια να περάσει το αναπηρικό καρότσι του ανάμεσα από τα τραπέζια. Κάθισε με την εγγονή του,ενα μεγάλο παγωτό για εκείνη και ενα καραφακι ούζο για εκείνον. Η νεαρή κοπέλα η χρηστρια ουσιών που πέρναγε συχνά ήρθε για τον καφέ που κερναγε ο jerry. Κάτι σαν δεν τους μαζεύουν όλους να....ακούστηκε από τον Κυρ. Τάκη ,έπειτα κοίταξε τον ήλιο..κοίτα κοίτα δεν σέβεται τίποτα έχουμε μικρά παιδιά και εκείνος καπνίζει μπροστά τους. Ήπιε μια γουλιά από το ούζο του ..παππού και εγώ λίγο είπε η εγγονή. Έβαλε παραπάνω νερό στο ποτήρι και της το έδωσε..παππού θέλω και άλλο ..ο Κυρ. Τάκης χαμογέλασε ,πρέπει να φούσκωσε και από περηφάνια.
Κοίταξε τον ήλιο πάλι και ζήτησε να πάει στο διπλανό τραπέζι να μην τον βλέπει με το τσιγάρο.

Το αποτσίγαρο στην γλάστρα της αυλής ήταν μεγάλο ,το πήρε ,η γλυκιά αίσθηση του απαγορευμένου και ο γλυκός φόβος τον κυρίευσε.

Στο καφέ του jerry ο Κυρ. Τάκης ζήτησε και δεύτερον καραφακι ...παππού παππού με χαμόγελο η εγγονή φώναξε .. Αυτή την φορά της έβαλε σε δικό της ποτήρι με κάμποσο νερό. Η εγγονή απολάμβανε τα απαγορευμένα των μεγάλων.
Ο ήλιος ζήτησε και άλλο τσιγάρο ,μια μικρή αχτίδα είχε περάσει από την τέντα και ακουμπαγε την εγγονή στον ώμο. Σε παρακαλώ είπε στον jerry κλείσε την τρύπα δεν βλέπεις ότι ακουμπάει το παιδί;
Το ούζο είχε αρχίσει να δρα ,ο Κυρ . Τάκης ζήτησε ακροατές .. Άρχισε να μιλάει για τα νιάτα του ,τις διώξεις και την εξορία γιατί ήταν κομμουνιστής.

Η φαγούρα στο πρόσωπο έγινε έντονη,τα γένια μεγάλωσαν και άλλο. Αποφάσισε να πάει να ξυριστει ..



Άσχετες άστοχες σκέψεις εικόνων κάπου εκεί έξω.