Παρασκευή 22 Ιουνίου 2018

Ζωή και θάνατος.

Ακούστε με σήμερα εφημερεύουν αυτά και αυτά τα νοσοκομεία (οι νοσηλευτές του εκαβ)
Θα σας πάω εγώ..
Μέσα στην καρδιά της πόλης στα Πατήσια ,Παμμακάριστος .
Εξετάσεις ,αναμονή,μην ανησυχείτε δεν σας ξέχασα ,να βγουν τα αποτελέσματα (λέει ο γιατρός)
Απορείς ,ούτε μία ώρα δεν περιμένεις ..Εισαγωγή σε μόλις τρεις ώρες ,ξανά απορείς ,είσαι προετοιμασμένος για δωδεκαωρο .
Δίκλινα δωμάτια μπαλκόνι , κατάσταση πολύ καλή.
Νεαρός ο γιατρός που κάνει τα πάντα,συνέχεια πάνω από τους ασθενείς. Ανοιχτός και πρόθυμος να λύσει κάθε απορία σου,απορείς.
Ηρεμία ,επικρατεί ηρεμία γενικά. Το βλέπεις το αισθάνεσαι.
Γύρω γύρω πολυκατοικίες,στα πέντε μέτρα τα μπαλκόνια. Παιδάκια παίζουν,βλέπεις ακόμα και πόσα παγάκια έχει ο καφές της μαμάς απέναντι.
Ένας γάτος σκαρφαλώνει στο δέντρο,ένα αυτοκίνητο φορτωμένο καρπούζια όλα με δοκιμή φωνάζει ο οδηγός. Από ένα σπίτι ακούγεται μουσική,διακρίνεις και τον ψίθυρο του νεαρού που το σιγοτραγουδαει . Στο δρόμο παίζουν μπάλα.
Όταν πέφτει το φώς από το μπαλκόνι βλέπεις την θάλασσα ,δυο παρέες έμειναν μόνο . Είναι ζεστή έλα ,πράγματι . Είναι λάδι , φοβάσαι να χαλάσεις την ηρεμία της,δεν αντέχεις βουτάς. Τα αστέρια φωτίζουν , βγαίνεις ανάβεις τσιγάρο,στα βρεγμένα χέρια σβήνει.
Αν θέλετε και ζεσταίνεστε να σας ανάψω το αιρ κοντισιον λέει μία νεαρή κοπέλα με άσπρα ρούχα ,απορείς.
Μόλις έχεις βγει από την θάλασσα ,ακόμα σταζεις .. Όχι όχι ευχαριστώ κοιμάμαι στην σκηνή εκεί κάτω από το πεύκο της λες.
Ένα τσιγάρο δρόμο οι εικόνες,ένα τσιγάρο δρόμο η ζωή.

Άσχετες άστοχες σκέψεις εικόνων κάπου εκεί έξω....

Κυριακή 17 Ιουνίου 2018

Το ένστικτο.

Καθόταν σε ένα παγκάκι στο πάρκο..απροσδιόριστης ηλικίας κομψή με πλαστικές σακούλες δίπλα της.
Γάτες τυλίγαν τις ουρές τους στα πόδια της και ένα σπουργίτι είχε κάτσει στον ώμο της..Είχε έντονο κόκκινο κραγιόν στα χείλη,σκουλαρίκια στα αυτιά.
Οι ρυτίδες στο μέτωπο και στα χέρια σαν κύματα θάλασσας.
Κάτι τραγούδαγε,μια μελωδία γνωστή που δεν θυμόταν που την είχε ακούσει πάλι.
Χάιδευε τις γάτες και από τις σακούλες έβγαζε φαγητό.
Κόσμος πέρναγε από μπροστά της ,που και που κάποιο κεφάλι εστρεφε προς το μέρος της.
Κύριε ένα τσιγάρο έχεις σε παρακαλώ;
Καπνό έχω,είπε εκείνος με αυτό το ύφος που δεν ήξερε άν ήθελε να ήθελε να το κάνει ή όχι. Ίσως περίμενε να αρνηθεί εκείνη.
Στριφτό,ε; δεν με πειράζει είπε και του χαμογέλασε.
Είχε λεπτά ζαρωμενα δάχτυλα,κόκκινα νύχια περιποιημένα. Ένα δαχτυλίδι χρυσό στο μεσαίο δάχτυλο.
Το πήρε,το έστριψε το έφερε στο στόμα.
Φωτιά ; ρώτησε
Της άναψε το τσιγάρο και πήρε μία βαθιά ρουφηξιά.
Κάποιος περαστικός τους κοίταξε,κούνησε το κεφάλι του απαδοκιμαστηκα..
Θα μου κάνεις παρέα ώσπου να το καπνίσω ; ρώτησε.
Εκείνος κοντοστάθηκε,τα έχασε..οι γάτες τόση ώρα παρατήρησε είχαν μαζευτεί στα πόδια του.
Λυπάμαι έχω δουλειά ψέλλισε και άρχισε να προχωράει..
Άκουσε την φωνή της καθώς είχε γυρίσει την πλάτη του να λέει...
Να ακολουθείς το ένστικτο σου.Οι γάτες ακολουθούν το ένστικτο τους και ενδιδουν στις επιθυμίες τους..
Γύρισε το κεφάλι,το παγκάκι ήταν άδειο,ήταν μόνος του στο πάρκο.

Άσχετες άστοχες σκέψεις εικόνων κάπου εκεί έξω....