Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2019

Το παλιό Citroen

Το παλιό Citroen κόντευε να τα φτύσει ,κυνηγημένοι από τον καιρό σε κείνο το βουνό στην Κρήτη.
Τρείς φίλοι χαμένοι σε βροχερό τοπίο. Ο χωματόδρομος πλησίαζε στο τέλος του και τα πρώτα φώτα ύστερα από ώρες φάνηκαν .
Τα πρώτα σπίτια,και καπνός από τα τζάκια που έκαιγαν. Στην άκρη του δρόμου μια γυναίκα έκοβε ξύλα .
Σταμάτησε ,κοίταξε το Citroen με τα θολά από χνώτα και τσιγάρα τζάμια.
Στο βάθος φαινόταν μια μικρή πλατεία με ένα πλάτανο στην μέση ,και ενα καφενείο στα δεξιά .
Που πάτε; Έλληνες είσαστε; δεν βγαίνει ο δρόμος από εδώ.
Η γυναίκα κράτησε μια απόσταση από το αυτοκίνητο σαν να φοβόταν. Το άσπρο τσοπανοσκυλο δίπλα της χάλαγε τον κόσμο.
Έλληνες είμαστε κυρία έχει χαλάσει το αυτοκίνητο και έχουμε χαθεί.
Έσκασε χαμόγελο ,έτσι σαν να ησύχασε. Είπε και ενα σκάσε του άσπρου σκύλου, και εκείνος μαζεύτηκε.
Αφήστε το αυτοκίνητο εδώ και ελάτε,προχώρησε με τον σκύλο πάντα δίπλα της που μύριζε διεξοδικά.
Έβρεχε ασταμάτητα ,το κρύο δυνατό,οι τρεις φίλοι μούσκεμα γιατί η πλαστική οροφή του παλιού Citroen είχε σκιστει .
Άνοιξε την μεγάλη με τζαμαρία πόρτα του καφενείου.
Μια στόφα αναμμένη στο κέντρο που επάνω ψηνοταν φέτες ψωμιού και μανιτάρια. Μαυροφορεμένοι άντρες ,άλλοι έπαιζαν πρέφα ,άλλοι τάβλι , άλλοι κουβεντιαζαν και άλλοι κάπνιζαν.
Η μυρωδιά των τσιγάρων ,σε συνδυασμό με τα ξύλα που έκαιγαν, και με όλο το σκηνικό είχε αυτή την εικόνα της παρέας. Δεν ξέρω αν υπάρχει σε άλλη γλώσσα αυτή η λέξη .
Οι άντρες τα έχασαν,ήταν φανερό πως δεν έβλεπαν ξένους στο χωριό τους.  Στους τρεις φίλους έδωσαν την καλύτερη θέση δίπλα στην στόφα. Τα βρεγμένα ρούχα έβγαζαν καπνό καθώς στεγνωναν .
Οι άντρες μοίρασαν τσιγάρα ,ρακές και μεζέδες στους φίλους.
Τρείς φίλοι τρεις νεοι. Οι ρακές έφεραν και άλλες ρακές,τα τσιγάρα και άλλα τσιγάρα ,και ψωμί και μεζέδες και φαΐ. Και ήρθαν μεσάνυχτα ,και το παλιό Citroen λαβωμενο κάτω από μία ελιά. Και οι μαυροφορεμένοι άντρες να τσακώνονται ποιος θα κοιμησει τα κοπέλια .
Και άνοιξαν τα σπίτια ,με τσιγάρα,με ρακές και με παρέα.

Άσχετα ,άσχετα ,λόγια και εικόνες.

Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2019

Άλλη ζωή,κάπου.

Να ! Στην επόμενη ζωή μου σε κάποιο καταγωγι θα με . Σύννεφα καπνού από πίπες ή ναργιλεδες να με κυκλωνουν .
Γυναίκες θα φέρνουν τα ποτά ,αψεντι ή ρετσίνα .
Μεσοπολεμος ,και όλα θα είναι σκοτάδια φωτεινα .
Πέντε σκαλιά ποιό κάτω αριστερό τραπέζι ,χαρτιά παραχαρτια ,μολύβι σημειώσεις . Πότε παρέα με τον Ναμποκοφ να μου λέει για την Λολίτα του και άλλοτε ο Χέμινγουεϊ για τα όμορφα ταξίδια.
Και άλλοτε με τον Μπάτη και τον Δελια τραγούδια να σκαρωνουν .
Δεν θα με γέρος να τους κοιτώ μα νεος να τους ρουφαω .
Μα μήπως τα έζησα αυτά !και αδίκως στην άλλη ζωή τα περιμένω;

Τρίτη 8 Ιανουαρίου 2019

Λιβάνι

Η μικρή αυλή στην Δρυοπων μύριζε λιβάνι,οι γλάστρες με τα ανθισμένα γιασεμιά πολύχρωμα βαμμένες . Ήλιοι χαμογελαστοί και φεγγάρια που έκλειναν το μάτι. Ανάμεσα στις δύο λεμονιές η αιωρα . Δύο μικρά δωμάτια με χρώματα από λαδομπογια ,παρεο ,φουλάρια και χαλακια απο Ινδία. Στο σαν θυμιατο κασμιρ να σιγοκαίει εσωτερικά και να χαρίζει αισθήσεις. Γάτες χουζουρευαν στο γρασίδι και πάνω στα δέντρα. Ο Κασμιρ το μαύρο γκριφον σε νιρβάνα που ακόμα και οι μύγες αδυνατούν να τον κάνουν να σηκωθεί. Η Εύα λεπτή με χρυσαφένια λυτά μακριά μαλλιά ,γυμνή στριφογυρίζει με χέρια στην έκτασή . Ο Πέτρος με σκισμένο τζιν κοντό παντελόνι οκλαδόν στην αιωρα . Μόλις είχαν γυρίσει από περιπλάνηση ετών από την Ινδία και η προσαρμογή ήταν δύσκολη . Η πόρτα της αυλής ήταν ανοιχτή και ο κυρ. Βαγγέλης από το καρβουνιαρικο δίπλα δεν έχανε ευκαιρία να κρυφοκοιταξει την Εύα. Στο μικρό παλιό πικ απ ο Ραβι Σανκαρ σκορπιζε νότες . Έλα μικρέ,η Εύα τον έπιασε απαλά απο το χέρι και το οδήγησε στην αυλή. Ο μικρός μέσα του μεγάλωσε,δεν ήταν λίγο που οι μεγάλοι ήθελαν την παρέα του..Ο Πέτρος πήρε ένα κομμάτι μαύρο κασμιρ με άσπρες κλωστές μέσα του..του έβαλε φωτιά. Τα χρώματα ζωντάνεψαν,οι αισθήσεις μαλακωσαν,η αυλή άρχισε να μιλάει . Η Εύα κάθισε δίπλα στον μικρό πήρε το χέρι του και το έβαλε στο στήθος της..μικρές πολύχρωμες πεταλούδες σηκώθηκαν.. Το στρώμα κρεβάτι και ο Σανκαρ μουρμουριζε ....
.. άνοιξε την τηλεόραση,η janis κατέβαινε από το αεροπλάνο..μόνη μέσα στο πλήθος,τρομαγμένη ,ευάλωτη,τόσο όμορφη. Ετοιμαζόταν να πάει για ύπνο ,οι μεγάλοι κοιμούνται τέτοια ώρα. Άπλωσε τα πόδια στην πολυθρόνα και η μικρή γάτα ενοχλήθηκε . Το ξέχασε αμέσως και κουρνιασε καλύτερα. Νιφάδες χιονιού στο παράθυρο και η Janis σε παραλία κάπου στην Βραζιλία. Η συναυλία ήταν επιτυχημένη αν και δεν ήθελε να βγει. Την έσπρωξαν με το ζόρι ,ήταν φτιαγμένη και φοβόταν. Τα αγόρια, τα μέλη της μπάντας όταν τελειώνει φεύγουν με κορίτσια,εγω φεύγω μόνη μου είπε στον δημοσιογράφο.
Ξαφνικά είχε αυτή την ενέργεια και την δύναμη που έχουν όλοι τις πρώτες μέρες που κόβουν. Φαινόταν δυνατή,έδειχνε ευτυχισμένη και χαρούμενη ..Όμως εκείνη ήξερε. Δεν γαμιεται είπε,μόνη μου για να περάσει η ώρα. Αυτές οι νεκρές ώρες που σκοτώνουν. Το φως του δωματίου ήταν αναμμένο,το δωμάτιο άδειο.
Σκεπαστηκε καλύτερα με την πορτοκαλί φλις κουβέρτα,η μικρή γάτα ήταν ευτυχισμένη ανάμεσα στα πόδια. Η Σοφία είχε φύγει και ερχόταν ο Τηλέμαχος. Ένα μπουκάλι ουίσκι στο ντουλάπι,σφραγισμένο κοντά στα είκοσι χρόνια. Πεθύμησε μια γουλιά,καυτή γουλιά,νερό που καίει.
Στο Μεταξουργείο το παράθυρο της Εύας είχε φως,το σπίτι ήταν άδειο. Η Εύα είχε φύγει.
Το μπουκάλι ουίσκι έμεινε στο ράφι,οι μεγάλοι τέτοια ώρα κοιμούνται . Η Janis μουρμούριζε .
Άσχετες άστοχες σκέψεις εικόνων κάπου εκεί εξω.