Κυριακή 31 Δεκεμβρίου 2017

Λίγο πριν λίγο μετά.

Η τηλεόραση έδειχνε γνωστά γιορτινά θέματα. Ηλικιωμένοι άνθρωποι με δάκρυα μοναξιάς σε οίκους ευγηρίας. Σκαμενα πρόσωπα με ρυτίδες σοφίας . Κάτι τον έσφιγγε στο στήθος με τις εικόνες αυτές.
Πολλές φορές ίσως και κάποιο δάκρυ. Η λύπη πουλάει σκεφτόταν η χαρά όχι. Ο κόσμος είναι βασισμένος στην λύπη. Διαφημίσεις με χαρούμενα πρόσωπα καλούσαν για ρεβεγιόν σε κάποιο χιονοδρομικό κέντρο,κρύωνε και μόνο που το έβλεπε.
Η πλατεία Κυψέλης είχε κόσμο..ταξί ούτε για δείγμα. Τα περίπτερα ανοιχτά,κόσμος με τα καλά του ρούχα μέσα σε ψευδαισθήσεις ευτυχίας. Η Φωκίωνος παγωμένη λίγο πριν την έλευση του νέου χρόνου.
Νέος χρόνος,κάποιου χρόνου. Το μαρμάρινο άγαλμα του σκύλου λερωμένο από μπογιά.. Εκείνη σε μια είσοδο σπιτιού τυλιγμένη σε κουβέρτες ,χαρτόνια λερωμένα.
Νέο έτος..Την κοίταξε ..πρόσφερε τσιγάρο ..το πήρε με βρώμικα νύχια. Το σουβλατζίδικο στην πλατεία Αγίου Γεωργίου ανοιχτό.
Νέο έτος....Και ένα κρύο .
Έψαξε την τσέπη του , κέρματα..της είχε δώσει το τελευταίο τσιγάρο. Το μάτι έψαξε για γόπες στο παρτέρι της πλατείας. Θησαυρός , ήξερε που να ψάξει.
Νέο έτος,κάπου...
Στην Ζακύνθου το ασθενοφόρο είχε παρκάρει στην μέση του δρόμου..χαρούμενα πρόσωπα σε αυτοκίνητα περίμεναν να φύγει η θλίψη..
Εκείνη φώναζε,οι τραυματιοφορεις την κραταγαν . Είναι για το καλό σου της είπαν. Έβλεπε δαίμονες..μια μάνα,η μάνα της δάγκωνε τα χείλη της . Την έπεισαν,μπήκε.
Ο μπλε φάρος αναμμενος ,η πομπή της χαράς ακολουθούσε. Στην Πατησίων έβαλε σειρήνα..η πομπή κορναριζε ,πήγαινε σε γάμο.
Νέο έτος..λίγο πριν,λίγο μετά.
Ενα κουτί γλυκά αφημένο σε σκαλιά ξενοδοχείου ..έσκυψε
πήρε
χαμογέλασε..
Στο Πολυτεχνείο το πάρτι είχε αρχίσει ,η μουσική έφτανε παντού. Ήταν λίγο πριν,λίγο μετά.
Στην Αγγλία έκανε καλό καιρό,πάντα είναι αντίθετα με την Ελλάδα. Το ήξερε του το είχε πει,την περίμενε.
Στην Δεριγνύ κάθισε στα σκαλιά ,το τσιγάρο ήταν αναμμένο ακόμα όταν το πήρε.
Ένα περιπολικό σταμάτησε,ρώτησε αν είναι καλά και τι κάνει εκεί.
Είμαι καλεσμένος στο πάρτι είπε..έφυγαν.
Το κόκκινο φως από πίσω έσβησε,εκείνη βγήκε με δυο ποτήρια κρασί στο χέρι.
Κάνει κρύο έξω έλα.
Δεν εχω λεφτά ψιθύρισε .
Δεν χρειάζεται ,είπε. Κάτι του θύμισε..Ναι ,ήταν η κοπέλα από το ασθενοφόρο.
Καλή χρονιά,είπε. Ενα τραγούδι στο Ραδιόφωνο έπαιζε.
Νέο έτος,λίγο πριν λίγο μετά.

Άσχετες άστοχες σκέψεις εικόνων κάπου εκεί έξω.

://youtu.be/5gWTJF_UDPs

Σάββατο 30 Δεκεμβρίου 2017

Μαρία των Χριστουγέννων

6+30 πρωί το τηλέφωνο χτυπάει. Τρομάζεις, τέτοια ώρα μόνο για κακό.
Δεν θέλω να χτυπά, και όμως σκέφτομαι ότι ώρες ατελείωτες περίμενα να χτυπήσει κάποτε.
Πάντα για καλό χτύπαγε, όχι δεν θέλω να χτυπά τώρα.
Εμπρός; Τηλέφωνο άγνωστο, φωνή τρεμαμενη μεγάλου ανθρώπου. Την Μαρία θέλω, είναι καλά; είναι εκεί;
Λάθος κάνετε κύριε.
Μην ανησυχείτε όμως καλά θα είναι και η Μαρία σας.
Συγγνώμη συγγνώμη για την ενόχληση, καλή χρονιά και χρόνια πολλά.
Τα γατιά το καθένα στην θέση του κοιτάζουν απορημενα.
Η Μαρία σκέφτομαι, που είναι; Καφές τσιγάρο, ούτως ή άλλως θα σηκωνομουν.
Η Μαρία, πόσοι ψάχνουν καθημερινά την δική τους Μαρία.
Με τρομάζει το τηλέφωνο όταν βράδυ χτυπά πλέον.
Η Μαρία ποιος ξέρει αν γύρισε, ίσως να μπήκε κρυφά περπατώντας στις μύτες. Εκείνος θα άνοιγε τα μάτια, θα έστηνε αυτί μόλις το κλειδί γύρναγε στην πόρτα.
Η Μαρία ήρθε και σήμερα, μη της πείτε ότι την έψαχνα.
Η γάτα στα πόδια τρίβετε, καφές, χάδι.
Με τρομάζει το τηλέφωνο όταν το βράδυ χτυπά, ποτέ δεν είναι για καλό. Με τρομάζει η φωνή που θα πει, η Μαρία σήμερα δεν θα έρθει.
Όλα έξω είναι παγωμένα, δύο δεκαοκτουρες δίπλα δίπλα στο κλαδί. Χιόνι επάνω τους, μπορεί αυτή να είναι η ζωή, ένας κόμπος όμως.
Η μηχανή παίρνει μπροστά με την πρώτη.
Η νερατζια κατασπρη, στον δρόμο δεν υπάρχει ψυχή, μόνο η Μαρία επιστρέφει τέτοια ώρα.
Ανεβαίνει στην μηχανή, η δική μου Μαρία και σήμερα ήρθε.

Άσχετες άστοχες σκέψεις εικόνων κάπου στο ξημέρωμα.

Σάββατο 23 Δεκεμβρίου 2017

Πρέπει να περάσεις καλά.

Γιορτές..Οι άνθρωποι χωρίζονται σε δύο κατηγορίες,σε αυτούς πού τους αρέσουν και σε αυτούς πού δεν τους αρέσουν..
Πρέπει να περάσω καλά,πλανιέται στην ατμόσφαιρα.
Προσωπικά δεν έχω καλές σχέσεις με τις γιορτές , μάλλον με αφήνουν αδιάφορο θα έλεγα ..αυτό δεν σημαίνει τίποτα βέβαια.

Σχολή πρώην Ευελπίδων προς περιφερειακό,δεξιά στο πάρκο. Πρώτο παγκάκι κάτω από τα δέντρα το σπίτι του,κανένα χρόνο τώρα.
Κοίτα φίλε οι γιορτές δεν μου αρέσουν,ποτέ δεν μου άρεσαν. Από μικρός το έχω,οι δικοί μου με έτρεχαν σε σπίτια συγγενών. Μεγάλοι άνθρωποι χωρίς παιδιά ..πάντα ρούχα μου έκαναν δώρο ..εγω ήθελα παιχνίδια αλλά οι γονείς ήξεραν καλύτερα τι χρειάζομαι.. Κοίτα φίλε ,παιδί ήμουν παιχνίδια ήθελα..
Τυλίχτηκε καλύτερα στην φλις κουβέρτα και έσφιξε το πλαστικό ποτήρι με τον καυτό νες καφέ. Κοίτα φίλε,για αυτό και εγω άρχισα να φεύγω από το σπίτι μόλις μεγάλωσα λίγο. Κοίτα φίλε,όχι όχι μη με βλέπεις έτσι δεν τα εχω με τους γονείς μου..τόσα ήξεραν τόσα έκαναν ,δεν έχω παράπονο ,ρούχα είχα και φαγητό είχα,με αγαπαγαν δεν λέω.
Κοίτα φίλε,δεν ήταν άνθρωποί της εκκλησίας ..κάποια φορά στόλισαν το παλιό δέντρο της θείας,μας το έδωσε με τα στολίδια όλα. Το κοίταξα αλλά δεν μου έκανε εντύπωση.
Να όπως κοιτάω αυτά απέναντι εκεί στο βενζινάδικο ,τα φωτάκια τα βλέπεις;
Καμία εντύπωση,πρέπει να περάσω καλά γράφει η ταμπέλα.
Το τσιγάρο ανάμεσα στα κίτρινα δάχτυλα με τα μαύρα νύχια τελείωνε.
Ενα ψιλόβροχο κρύο είχε αρχίσει να πέφτει,έσφιγγε το ποτήρι το πλαστικό. Μαζεύτηκε καλύτερα στο παγκάκι καθώς πευκοβελόνες έπεφταν επάνω του.
Δύο κόκκινες κρεμασμένες χριστουγεννιάτικες μπάλες επάνω από το κεφάλι του στα χαμηλά κλαδιά. Ανάμεσα τους μια ταμπέλα από χαρτόκουτα ,με μεγάλα κόκκινα γράμματα "ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΕΡΑΣΩ ΚΑΛΑ " ....
Κοίτα φίλε,δεν θέλω άλλα ρούχα ,παιχνίδια θέλω...

Άσχετες άστοχες σκέψεις εικόνων κάπου εκεί έξω.

Δευτέρα 11 Δεκεμβρίου 2017

11/12/2016

11/12/2016 πλατεία Κλαυθμώνος προετοιμασία υποδοχής του 2017 .

Η γιορτή θα αρχίσει, η μπάντα της πολεμικής αεροπορίας στην σκηνή παίζει strangers in the night.
Η πράγματι ωραία μπάσα φωνή του τραγουδιστή κάπως κάτι σε ανατριχιαζει.
Μπροστά λίγος κόσμος χαζεύει, κουνιέται, χαμογελάει. Παιδάκια με τις μαμάδες χορεύουν.
Παιδάκια παίζουν.
Στα δέντρα από κάτω χρήστες ετοιμάζουν σισα όπως λένε, κατεβάζει παντελόνι και... Αδιαφορεί για τον κόσμο αδιαφορεί και ο κόσμος, ξένοι μες την νύχτα λέει το τραγούδι.
Στο παγκάκι άστεγοι απλώνουν τα ρούχα να φύγει η υγρασία, ξένοι μες την νύχτα.
Νύχτα και μέρα είναι το ίδιο, αόρατοι άνθρωποι.
Η μπάντα συνεχίζει, νομίζω τους αρέσει που παίζουν.

Stranger in the night

Κοιτάς και η φωνή της Μπέλου στο μυαλό σου σηκώνει την τρίχα.

Σήκω ψυχή μου δώσε ρεύμα
βάλε στα ρούχα σου φωτιά (σαν τον Μάρκο)
βάλε στα όργανα φωτιά ( βάλε στα όργανα φωτιά)
να τιναχτεί σαν μαύρο πνεύμα (να κλείσει η λαβωματιά μα τιναχτεί σαν μαυρο πνευμα)
η τρομερή μας η λαλιά (η τρομερή μας η λαλιά)

(Κλαθμωνος και καλημέρα)

Τετάρτη 15 Νοεμβρίου 2017

Φόρεσε τα μαύρα, κάθισε στον καναπέ και περίμενε. Περίμενε την αναφορά ήξερε ότι το μαύρο έχει εχθρούς. Είναι σκοτάδι το μαύρο είπαν, είναι ζωή, φως και απόλαυση είπε.
Ανεραστοι και ηθικολόγοι σκέφτηκε μας έχουν ζωσει.
Η ζωή είναι στο κόμμα είπε άλλος, η ζωή έχει κώμα είπε.
Γύρισε στην γλάστρα με την γαρδενια, έκοψε την μαύρη. Είχαν πει ότι δεν υπάρχει μαύρη, εκείνη όμως την κράταγε στο χέρι.
Κάποιος κοίταξε από το μισανοιχτο παράθυρο.
Έξω οι βάσεις του θανάτου ακούστηκε από μακριά.
Σταύρωσε τα πόδια.. περίμενε. Στο μυαλό είναι ο στόχος, όχι όχι το μο@νι είναι ο στόχος.
Πήρε την κούπα με τον μαύρο καφέ και την έφερε στο στόμα.
Περίμενε ακόμα περίμενε. Από τα χείλη της έβγαιναν ασυνάρτητες εικόνες. Το βάλιουμ μη ξεχάσω. Το μο@νι ο στόχος.........

Άστοχες εικόνες ασυνάρτητες σκέψεις καμμένων λογικών.

Κυριακή 15 Οκτωβρίου 2017

Πλατεία Κλαυθμώνος περίπου έντεκα. Ζέστη στον ήλιο κρύο στον ίσκιο..Τα γνωστά ,άστεγοι,χρήστες,γυμνά καλώδια για φόρτιση κινητών σε κολώνες. Τσιγγάνες για την μοίρα,επαίτες για τυρόπιτα. Τέσσερις άνθρωποι ,μια γυναίκα με αμφίεση που δείχνει μετανάστρια μαντίλα στο κεφάλι. Μικρή σε ηλικία δείχνει να είναι μητέρα τριών μικρών ανθρωπακων που το μεγαλύτερο είναι γύρω στα επτα οχτώ ετών.
Εκείνης μιλάει στο τηλέφωνο και το δίνει συχνά στον μικρό μεγάλο,το παιδί μιλάει αγγλικά. Το παιδί τρέχει πάνω κάτω σαν να ψάχνει κοιτά τους δρόμους,παράλληλα μαζεύει τα δύο ποιό μικρά πιθανόν αδέρφια του όταν απομακρύνονται.
Είναι φανερό είναι ο "προστάτης"της οικογένειας ,είναι φανερό ότι κάποιος το έχει ορίσει.
Το παρακολουθώ,το χαζεύω,το θαυμάζω....Κάτι κουβέντες αγγλικές βγαίνουν από το στόμα του και φέρνει ο αέρας σε μένα,δρόμος Ομόνοια κάτι τέτοιο. Τα μάτια του ψάχνουν γύρω,είναι φανερό η μάνα δεν γνωρίζει αγγλικά.
Ο μικρός μεγάλος βάζει την οικογένεια να κάτσει στο παγκάκι,μισό μέτρο ανθρωπάκι.
Μαη φρεντ λέει σε έναν ηλικιωμένο περαστικο ,εκείνος περιμένοντας προφανώς ότι θα ζητήσει χρήματα κάνει κίνηση με το χέρι του σαν φεύγα δεν έχω.
Εκεί εκεί κάνει κίνηση η μάνα με το χέρι και δείχνει εμάς...μαη φρεντ λέει,χαμογελάω για την προσφώνηση (σκέφτομαι διάφορα σε κλάσματα δευτερολέπτου για το πως έμαθε αυτή την προσφώνηση) γες λεω..
Ομόνοια δεν είναι εδώ η Ομόνοια ρωτάει σε αγγλικά καλύτερα από τα δικά μου,έχει δύο έξυπνα μάτια και μία αγωνία στο πρόσωπο.
Τον πάω στην άκρη της πλατείας και του δείχνω την Ομόνοια στο βάθος,έχει προηγουμένως κάνει καθησυχαστική κίνηση και κάτι σαν καθίστε εκεί στην οικογένεια του .
Μαη φρεντ θενκιου λέει και μου δίνει το χέρι του,ενα χαμόγελο έχει πάρει θέση στην αγωνία του προσώπου.
Γυρνά στο παγκάκι κάτι λέει στους δικούς του,βοηθάει την μάνα να φορέσει το σακίδιο στην πλάτη ,βοηθάει και τα δύο μικρότερα αδέρφια του να κάνουν το ίδιο.
Ο μικρός μεγάλος φορτώνετε στην πλάτη ενα σακίδιο μεγαλύτερο από το μπόι του ,πιάνει τα δύο αδέρφια του από το χέρι και ξεκινάνε.

Πέρασε η ώρα κοντεύει δώδεκα , και εγώ πρέπει να παω στην Αχαρνών στο παιχνιδαδικο που είναι ανοιχτό. Πρέπει να διαλέξω παιχνίδι για την δεκάχρονη κόρη του φίλου που θα δω το βράδυ..

Δευτέρα 9 Οκτωβρίου 2017

Στο καφέ του jerry ο ήλιος πέρναγε ανάμεσα από τις ομπρέλες. Ήλιος ζεστός κυρίαρχος του πρωινού. Καθώς το τσιγάρο καιγόταν στα χείλη αισθάνθηκε αυτή την φαγούρα στο πρόσωπο,δείγμα ότι ήθελε ξύρισμα.

Πίσω από το πλέγμα μόλις τον είδε ρώτησε,τι έχεις και είσαι αξυριστος ,δεν είσαι καλά;
Πρέπει να είχε δει και κάποιο δάκρυ να ετοιμάζεται να κυλήσει.
Τι να πει,τι να εξηγήσει,οι εικόνες άλλωστε ξεθωριασαν στο βάθος του χρόνου.

Στο καφέ του jerry ο ήλιος είχε αρχίσει να καίει. Ήλιε ήλιε αρχηγέ δώσ το σύνθημα εσύ..το σκοτάδι να πάψει και να λάμψει η αυγή. Χαμογέλασε ..είναι παράξενο πως κάποιοι στίχοι κάτι φορές τρυπώνουν στο μυαλό.
Ο ήλιος ζήτησε τσιγάρο ..του πρόσφερε. Ο ήλιος ήταν ενήλικος πλέον είχε φτάσει μεσημέρι.

Στα παγκάκια εκείνα περιτριγυρισμένα από χακί φορεσιές,του πρόσφερε,το πήρε και παρατήρησε ότι τον κοίταζε. Το άναψε..Κάτι σαν τώρα είσαι άντρας,δεν χρειάζεται να κρύβεσαι του είπε...Πρέπει να του είχε κακοφανει ,του άρεσε να έχει μυστικά,του άρεσε να κρύβεται,η αίσθηση της παρανομίας.

Στο καφέ του jerry ο Κυρ. Τάκης ζήτησε βοήθεια να περάσει το αναπηρικό καρότσι του ανάμεσα από τα τραπέζια. Κάθισε με την εγγονή του,ενα μεγάλο παγωτό για εκείνη και ενα καραφακι ούζο για εκείνον. Η νεαρή κοπέλα η χρηστρια ουσιών που πέρναγε συχνά ήρθε για τον καφέ που κερναγε ο jerry. Κάτι σαν δεν τους μαζεύουν όλους να....ακούστηκε από τον Κυρ. Τάκη ,έπειτα κοίταξε τον ήλιο..κοίτα κοίτα δεν σέβεται τίποτα έχουμε μικρά παιδιά και εκείνος καπνίζει μπροστά τους. Ήπιε μια γουλιά από το ούζο του ..παππού και εγώ λίγο είπε η εγγονή. Έβαλε παραπάνω νερό στο ποτήρι και της το έδωσε..παππού θέλω και άλλο ..ο Κυρ. Τάκης χαμογέλασε ,πρέπει να φούσκωσε και από περηφάνια.
Κοίταξε τον ήλιο πάλι και ζήτησε να πάει στο διπλανό τραπέζι να μην τον βλέπει με το τσιγάρο.

Το αποτσίγαρο στην γλάστρα της αυλής ήταν μεγάλο ,το πήρε ,η γλυκιά αίσθηση του απαγορευμένου και ο γλυκός φόβος τον κυρίευσε.

Στο καφέ του jerry ο Κυρ. Τάκης ζήτησε και δεύτερον καραφακι ...παππού παππού με χαμόγελο η εγγονή φώναξε .. Αυτή την φορά της έβαλε σε δικό της ποτήρι με κάμποσο νερό. Η εγγονή απολάμβανε τα απαγορευμένα των μεγάλων.
Ο ήλιος ζήτησε και άλλο τσιγάρο ,μια μικρή αχτίδα είχε περάσει από την τέντα και ακουμπαγε την εγγονή στον ώμο. Σε παρακαλώ είπε στον jerry κλείσε την τρύπα δεν βλέπεις ότι ακουμπάει το παιδί;
Το ούζο είχε αρχίσει να δρα ,ο Κυρ . Τάκης ζήτησε ακροατές .. Άρχισε να μιλάει για τα νιάτα του ,τις διώξεις και την εξορία γιατί ήταν κομμουνιστής.

Η φαγούρα στο πρόσωπο έγινε έντονη,τα γένια μεγάλωσαν και άλλο. Αποφάσισε να πάει να ξυριστει ..



Άσχετες άστοχες σκέψεις εικόνων κάπου εκεί έξω.

Τετάρτη 20 Σεπτεμβρίου 2017


Από τον κάτω όροφο ακουγόταν ghost rider. Το ανσασερ σταμάτησε, άνοιξε την πόρτα..
Όλα ήταν ίδια, σταματημένος χρόνος, πιάνο, βιβλία, σερβιτσια, ξεστρωτα κρεβάτια. Αράχνες και σκόνη οι νέοι κάτοικοι, και περιστέρια στο μπαλκόνι.
Άνοιγε πόρτες και έκλεινε όλα μυριζαν σκόνη, πάντα μύριζε σκόνη το σπίτι αυτό, και έρωτα φιλιά και χάδια.
Και γέλια
Και μουσική
Και όνειρα που έγιναν σκόνη, να! εκείνος ο νεροχύτης που έμεινε να στάζει. Άστο άστο αύριο είπε.
Και το πιάνο, ναι ναι, το άκουγε ακόμα σε νότα κολλημένη.
Μια σταγόνα αίμα εκεί κάτω στο πάτωμα, έσκυψε να την σκουπίσει. Δεν έβγαινε σαν να θελε να του θυμίζει.
Κάθισε στην μεγάλη βικτωριανη πολυθρόνα και έστριψε τσιγάρο, έκλεισε τα μάτια καθώς ο ήλιος έμπαινε από το ανοιχτό παράθυρο.
Μάζεψε τους λογαριασμούς τους έβαλε στην τσάντα, χαιδεψε μία φωτογραφία από παλιές διακοπές.
Δεν ήθελε να σκουπίσει, φοβήθηκε ότι θα τα χάσει όλα.
Κλείδωσε τέσσερις φορές την πόρτα ασφαλείας, χαμογέλασε και κάλεσε το ανσασερ... Η μουσική είχε σταματήσει.....

https://youtu.be/5rISbnsi0Ns

Τρίτη 12 Σεπτεμβρίου 2017

Νύχτες,αυτές οι νύχτες που νεκρωναν το μυαλό . Η τηλεόραση είχε μείνει ανοιχτή,ίσως και να μην έκλεινε ποτέ. Πρέπει να την είχε μισήσει από τότε. Το πρωί , πρέπει να έρθει το πρωί. Και αυτός ο ήλιος να καίει παγωμένο σώμα.
Το γαμημένο τηλέφωνο που δεν έλεγε να χτυπήσει ακίνητο σε ένα κομοδίνο.
Τα λουλούδια στο μπαλκόνι είχαν μαραθεί και η μυρωδιά της σαπίλας έμπαινε από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα.
Κάπου τα ξημερώματα σκυλιά και γάτες ερωτοτροπούν σε άδειους σκουπιδοντενεκεδες .
Στο πεδίο του Άρεως το μικρό μαύρο σκυλάκι είναι στην θέση του,δίπλα του ενα μπωλ νερό.
Ο Ρουβικωνας ψάχνει για ανθρώπους,πρέπει να καθαρίσει το πάρκο λένε. Το μικρό μαύρο σκυλάκι μπορεί να μείνει,το επιτρέπουν.
Ενα τηλέφωνο από διπλανό αυτοκίνητο χτυπάει,το γαμημένο πάντα αλλού χτυπάει.
Το κρεβάτι έγινε καναπές,ο καναπές κρεβάτι. Η τηλεόραση παίζει,πρωινή γυμναστική για ένα τέλειο σώμα.
Το χέρι τρέμει καθώς κάνει καφέ , πόσους καφέδες χωράει το στομάχι,ανάταση διάσταση λέει ο γυμναστής.
Το τηλέφωνο,το γαμημένο τηλέφωνο.
Στην Σόλωνος πόρνες, αγάλματα σε γωνία.
Στην πλατεία Δαβάκη πατσά και σκορδοστουμπι στην φευγάτη νύχτα.
Το τηλέφωνο το γαμημένο τηλέφωνο.
Ξημερώματα,η τηλεόραση έκλεισε,τα λουλούδια μεγάλωσαν και άρωμα σκορπανε .
Το τηλέφωνο,το γαμημένο τηλέφωνο χτυπάει.
Άσχετες άστοχες σκέψεις εικόνων κάπου εκεί έξω.

Παρασκευή 8 Σεπτεμβρίου 2017

Το άνθος της γαρδένιας φάνταζε όμορφο ανάμεσα στα άλλα φυτά. Σκορπουσε το άρωμα της, λευκή χωρίς ίχνος ατελειας.
Η μέλισσα εντυπωσιαστηκε, κάθισε επάνω της και άρχισε να την τρυγει. Η γαρδένια έσφιξε τα πέταλα της για να κρατήσει την μικρή μέλισσα μέσα της.. Όταν η μέλισσα χόρτασε από το νέκταρ εκείνη άνοιξε τα πέταλα της.
Η μέλισσα τίναξε τα φτερά της ευχαριστημενη και πέταξε.
Ένας γάτος παρακολουθουσε τον χορό τους ακίνητος αμιλητος..
Και οι υπεράνω υποψίας σκέφτηκε έχουν κρυφές σκέψεις....

Παρασκευή 1 Σεπτεμβρίου 2017

Εκείνη, με τα Γαλλικά το πιάνο της από καθώς πρέπει οικογένεια.
Εκείνος, ένας μαύρος γάτος ένας αλήτης των σκουπιδοντενεκέδων.
Γνωρίστηκαν σε μια ψαροταβέρνα που είχαν πάει για φαγητό. Ο έρωτας ήταν κεραυνοβολος.
Τον πήρε σπίτι της.
Έλα του είπε στο κρεβάτι μου.
Εκείνος ανέβηκε αμέσως, άρχισε να χαϊδευεται στα πόδια της ευτυχής.
Εκείνη του χαϊδευε την μαύρη γούνα και φιλούσε απαλά την μούρη του.
Το γουργουρητο του και η φωνή της αντηχουσαν στο δωμάτιο.
Τι μου βρήκε σκέφτηκε εκείνος.
Τι μου βρήκε σκέφτηκε εκείνη.
Οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια πέρναγαν, ο όρκος αγάπης που είχαν δώσει κράταγε ακόμα.
Εκείνος νοσταλγουσε κάτι φορές το πεζοδρόμιο, έτσι συχνά πήγαινε στα σκουπίδια της γειτονιάς για επίσκεψη.
Εκείνη το ήξερε, τον περίμενε παίζοντας πιάνο, ήξερε ότι η μουσική του θα τον βοηθούσε να βρει τον δρόμο.
Γύρναγε πάντα γύρναγε, έκανε ένα νιάου και έβγαζε από την τσέπη του τα καλύτερα κομμάτια φαγητό, για εκείνη. Εκείνη γέλαγε, κοντεύω να γίνω γάτα και εγώ.
Τα βράδια καθοντουσαν στο μπαλκόνι και έβλεπαν την πόλη από ψηλά.
Εκείνος της έλεγε ιστορίες από τους δρόμους και τις σκεπές.
Εκείνη του έλεγε ιστορίες από βιβλία και χώρες που είχε πάει.

(ετερονήμων έλξη)

Τρίτη 29 Αυγούστου 2017

Ο αέρας φυσαγε δυνατά,8 9 μποφόρ τοπικά είπαν οι μετεωρολόγοι. Ήχοι του βουνού ..δέντρα και νυχτοβια πλάσματα έφερναν τις φωνές τους στο μπαλκόνι. Απόλαυση τσιγάρου αγκαλιά με τον αέρα κάπου τα ξημερώματα.
Μουρμουρητό από την θάλασσα που μια δύναμη την κράταγε να μην κυματίζει. Κάποια βογγητά από κοντινό ενοικιαζόμενο δωμάτιο .
Δυο γατοι πού μάλωναν..Αέρας ρε φίλε .
Στην γαλήνη της νύχτας,του αέρα και των ήχων,η σαν από άλλο κόσμο φωνή του γέρου..Μαρία..Ευαγγελία..Βοήθεια..κάτι που τελείωνε σε ια..
Που την βρήκε τέτοια δύναμη ο καπετάνιος! Κάθε βράδυ κάθε βράδυ στο σιδερένιο κρεβάτι να λιώνει.
Άσπροι τοίχοι,τρελοί και γνωστικοι σε ένα δωμάτιο.
Πρόσεχε,το ταβάνι στάζει..Δεν με βρέχει απαντά είμαι ποιό ψηλά από αυτό. Μην του μιλάς έχει σαλτάρει από την κόκα ,είπε κάποιος.
Τον είδε αργότερα σε κρεβάτι πέτρινο ,εντριβές με φωτιά και νερό..Γέλαγε,κάποιες φορές έβριζε,είμαι ποιο ψηλά δεν με αγγίζουν είπε.
Αέρας ρε φίλε.
Άναψε και άλλο τσιγάρο,ακόμα ξύπνιος είσαι ; άκουσε μία φωνή.
Όσο δεν κοπαζε ο αέρας δεν μπορούσε να κοιμηθεί.
Μαρία..Ελευθερία..Βοήθεια..ια...κάτι τον ανατρίχιασε ..
Αέρας ρε φίλε..
Εκείνη,εκείνη είχε πεθάνει ,τα χείλη είχαν γίνει μπλε ..και φυσαγε ,γυμνή σε σιδερένιο κρεβάτι...ξαφνικά κοκκινισε . Θα πεθάνω και άλλες φορές είπε,δεν με αγγίζει η ζωή.
Στο ανοιχτό παράθυρο ο γάτος κοίταξε τον καπετάνιο  ,λεπτό κουφάρι ανθρώπου . Κούνησε το χέρι του,ο γάτος κινήθηκε προς το μέρος του. Κάτι κόκαλα για δάχτυλα χάιδεψαν το κεφάλι του.
Αέρας ρε φίλε..
Ο αέρας έφερε το γουργουριτο του γάτου,αργότερα έμαθε ότι τον έλεγαν Μπ..ια ..
Η νύχτα έφυγε,ακόμα ξύπνιος είσαι;  Μα έχει αέρα απάντησε.
Το πρωί έφεραν παπά στον καπετάνιο..να τον μεταλαβει . Αναρωτήθηκε τι να σκέφτεται ο καπετάνιος.
Κάποια γυναίκα έβαλε ενα χαρτονομίσμα στην τσέπη του παπά, λες και θα πέρναγε αυτόν ο βαρκαρης απέναντι.
Αέρας ρε φίλε.
Έβαλε τα ακουστικά στα αυτιά και έστριψε άλλο ένα τσιγάρο. Δεν με αγγίζουν αυτά είπε,αλλά είναι Τετάρτη αύριο.

Άσχετες άστοχες σκέψεις εικόνων κάπου εκεί έξω.

Πέμπτη 27 Ιουλίου 2017

Ρε μαλάκα είπε καθώς έκοβε ενα φύλλο από τον βασιλικό,ξέρεις πόσο καιρό ήθελα αυτή την στιγμή;
Ξέρεις τι όμορφο είναι να καταλαβαίνεις τον πόνο,να αρρωσταίνεις ; Ξέρεις πόσα χρόνια είχα να το αισθανθώ; Θυμήθηκε εκείνον τον τρελό που έκοψε το μόριο του. Κόψε τα αρχιδ... σου ρε του είπε ο γιατρός,και εκείνος με ένα γυαλί το έκανε.
Λίγο πριν λιποθυμήσει πήγε στο παράθυρο ,κοίταξε τον κόκκινο ήλιο. Πρέπει να ήταν δυστυχισμένος είπαν,δεν καταλάβαινε πόνο.
Ο Κυρ. Πέτρος κάθε μέρα στις τέσσερις το πρωί έκανε βόλτα στον δρόμο,από τότε που είχε βγει στην σύνταξη δεν τον χώραγε το σπίτι.
Έδενε τα χέρια στην πλάτη καθώς περπάταγε και έσφιγγε στην χούφτα  το κεχριμπαρενιο κομπολόι του.
Ρε μαλάκα είπε,την πρώτη φορά που ψηνομουν στον πυρετό χόρευα και τραγουδούσα από την χαρά μου.
Έτριψε τον βασιλικό στο χέρι του ,το έφερε στην μύτη του. Ασπρισμένοι τενεκέδες με βασιλικούς και γεράνια,και μια ορτανσια ροζ.
Άκουσε μια φωνή,έτρεξε να δει τι συμβαίνει. Τον είδε,έσκυψε τον φίλησε στο στόμα..Το ασθενοφόρο είχε αργήσει,είναι νεκρός είπαν,δεν πόνεσε.
Κοίταξε το ρολόι ,ο ήλιος δεν είχε βγει ακόμα,πήρε το τσιγάρο,το έσβησε στο μπράτσο του.
Χαμογέλασε καθώς το κάψιμο τον πόνεσε....

Άσχετες άστοχες σκέψεις εικόνων κάπου εκεί έξω...

Κυριακή 23 Ιουλίου 2017

Πρωινό Κυριακή καλοκαίρι,άδεια πόλη η Αθήνα. Τέλος εποχής  , το στέκι σου η παππουδερί σου κρέμασε ρολά. Συντρόφια παππούδες απ έξω συζητάνε,καταλαβαίνεις το συναίσθημα της απώλειας. Ένα μικρό γατάκι περιμένει την κυρία που πουλάει κοσμήματα στην γωνία.
Δρόμοι άδειοι ,η Πατησίων ερήμη ,το κτήριο του ΟΤΕ καταφύγιο πλέον για τον ήλιο. Κάποιοι νεαροί στην ΑΣΟΕ πηδάνε τα κάγκελα.
Κυψέλη,Αχαρνών,Μιχαήλ Βόδα ,Πατήσια. Άγρια άλογα σπαρμενα σε γωνιές,έχουν αυτή την όμορφη θλίψη οι γειτονιές αυτές.
Κίτρινο χαλί από φύλλα η Μιχαήλ Βόδα ,άγρια άλογα περιμένουν στην γωνιά. Τόσα χρόνια και είναι όλα ίδια,οι δρόμοι τα δέντρα,τα σπίτια,οι λακκούβες,ακόμα και οι άνθρωποι.
Είναι τόσο όμορφα θλιμμένες οι γειτονιές αυτές.
Είσαι παππούς και σε σέβομαι είπε ο Αλί με σπασμένα αγγλικά καθώς έδινε εκείνο το φακελάκι. Ήσουν παππούς από τότε σκέφτηκες,σαν τους γονείς σου που πάντα μεγάλους τους ήξερες.
Έχουν μια θλιμμένη ομορφιά οι γειτονιές αυτές κάθε Κυριακή καλοκαίρι.
Σπίτια κολλητά μπαλκόνια αντικριστά βουβοί άνθρωποι. Στις γωνιές μόνο άγρια άλογα περιμένουν .
Η Σπετσών σκεπασμένη από ψηλά δέντρα,συναίσθημα απερίγραπτο καθώς στο βάθος έβλεπες το σπίτι. Το ταξίδι τελείωνε,έσφιγγες το χαρτί στο χέρι. Το ταξίδι ήταν η απόλαυση και πώς να το εξηγήσεις στους βιαστικούς.
Έχουν θλιμμένη ομορφιά οι γειτονιές αυτές κάθε Κυριακή καλοκαίρι.
Κάθε γωνιά κάθε δρόμος μια ιστορία θλιμμένης ομορφιάς,και έρωτα ζωής.
Κάθε Κυριακή άνθρωποι με τα καλά τους ρούχα βγαίνουν από την εκκλησία. Είναι αμαρτία να εμφανιστεις μπροστά στο Θεό με κουρέλια,για αυτό οι ζητιάνοι κάθονται πάντα έξω.
Ο Νίκος με το θλιμμένο πρόσωπο το τόσο όμορφο χτυπάει το σφυρί στο σιδεραδικο μέσα. Ενα μπουκέτο λουλούδια  φωτίζει τον σκοτεινό χώρο. Δουλειά να έχει και ας δουλεύω και Κυριακή λέει.
Μα έχουν μια θλιμμένη ομορφιά οι γειτονιές αυτές κάθε Κυριακή καλοκαίρι.
Το τρόλεϊ Κουκάκι Κυψέλη κάνει στάση στην πλατεία.
Προσεχώς Μετρό λέει η ταμπέλα..Έχουν μία θλιμμένη ομορφιά οι γειτονιές αυτές κάθε Κυριακή καλοκαίρι.
Άλογα άγρια άλογα καλπάζουν στην Φωκίωνος,και στην Πατησίων,και στην Αχαρνών και στην Μιχαήλ Βόδα .
Έχουν μια θλιμμένη ομορφιά οι γειτονιές αυτές κάθε Κυριακή καλοκαίρι.

Άσχετες άστοχες σκέψεις εικόνων κάπου εκεί έξω.