Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2018

Οδός Ιπποκράτους

Νύχτες χρωμάτων πίνακες κρεβατιών. Ακατάστατη τάξη πραγμάτων, σωμάτων, μουσικών.
Μη κουνιεσαι είπε αποσπας την προσοχή μου.
Πινέλα μέσα σε άδεια μπουκάλια, αποτσιγαρα βουνό σε τασάκια.
Μη κουνιέσαι είπε και άναψε τσιγάρο. Ένα βαλς ονείρων στο παλιό μπομπινόφωνο.
Διάφανες χρωματιστές κουρτίνες, τελευταίο ταξίδι από Ινδία.
Μη κουνιέσαι είπε και έφερε το μπουκάλι στο στόμα.
Μια ουρά γάτας έψαχνε σε πόδια χάδι. Κακτος ανθισμενος σε τοίχο ζωγραφικής.
Μη κουνιέσαι είπε με φωνή σαν χάδι. Κάποια βότσαλα στο μπάνιο θύμιζαν μέρες από Σπέτσες, λεία, χρωματιστά έρωτος μυρωδιά.
Μη κουνιέσαι είπε.
Πίνακας ατελείωτος σε συρτάρι παλιού σερβαν..
Μη κουνιέσαι είπε και προχώρησε προς το μέρος του.

Οδός Ιπποκράτους αριθμός μηδέν.

Πέμπτη 18 Οκτωβρίου 2018

Ο γάτος.

Έμενα που με βλέπεις είπε ο μαύρος γάτος έζησα πολλές ζωές.
Όμορφες ζωές, δύσκολες ζωές, έντονες ζωές.
Ανέβηκα σε κεραμίδια και φώναζα, κατέβηκα σε υπόγεια σκοτεινά.
Μπήκα σε δωμάτια τυλιγμένα στο μεταξύ, ήπια από τις ποιο όμορφες κούπες κρασί.
Πέρασα ζωές σε δωμάτια λευκά που φωνές άκουγε το μυαλό σου.
Γνώρισα ανθρώπους τρανους και σπουδαίους.
Είδα αλήτες που ήταν πλούσιοι στην ψυχή και βασιλιάδες που σε κλεβαν μόλις γύρναγες την πλάτη.
Κοιμήθηκα σε ηδονές και ταξίδια έκανα σε παράξενες αισθήσεις.
Εγώ φίλε μου που λες περπατησα στην πλάτη της θαλάσσης και γοργόνες χτενιζαν την μαύρη μου την γούνα.
Άλλοτε καβαλαγα και δράκους που φωτιές και πάγο ξερναγαν, και η μέρα ίδια ήταν με την νύχτα.
Εγώ φίλε μου που λες....

Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2018

"Φωλιά"

Εκείνη ήταν στην τουαλέτα,βαφοταν . Κόκκινο κραγιόν που έκανε τα σαρκωδη χείλη της ακόμα ποιό μεγάλα . Σκούρο μωβ για μάσκαρα..Έπινε μικρές γουλιές από το ουίσκι που είχε δίπλα,μια καρτέλα λεξοτανιλ στο γεμάτο τασάκι με αποτσίγαρα. Κάπνιζε το ενα τσιγάρο πίσω από το άλλο. Η Λίζα φόρεσε τις γόβες με τα ψιλά τακούνια και έκανε μία στροφή στον καθρέφτη που ήταν στον διάδρομο. Όταν δεν δούλευε έβαζε αθλητικα παπούτσια και έτρεχε σε συγκεντρώσεις και πορείες στα Προπύλαια.
Η Λίζα ήταν χαμαιλέοντας,προσαρμοζοταν σε όλες τις συνθήκες και έπαιρνε ένα σωρό πρόσωπα,λες και ανήκε πάντα εκεί. Δούλευε στου Τάκη ,"Φωλιά"έγραφε απ έξω το μαγαζί. Κωλομπαρο, έλεγαν,ενα στενό μαγαζί με μεγάλα σκαμπό στην μπάρα και μερικά τραπέζια,κάπου κοντά στον Άγιο Παντελεήμονα. Τέσσερις γυναίκες και ο Τάκης ,θαμώνες καθώς πρέπει ,και αλήτες ,"το προσκλητήριο που σου πέσε από τα χέρια" σουξέ. Η Λίζα αισθανόταν άνετη στα σκοτάδια και στα σουξέ,το ίδιο άνετη που όταν χόρευε στο mad .
Είχε πολλές "κατακτήσεις"και μπόλικες προτάσεις για το βράδυ. Αίματα,ούρα,σπέρματα,καρτέλες βαρβιτουρικων και αλκοόλ στο πεζοδρόμιο που τα έπλενε η πρωινή βάρδια του δήμου.
Η Λίζα ήξερε όλα τα μυστικά των αντρών που έμπαιναν εκεί μέσα,στην "Φωλιά".

Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2018

Φωλιά

Εκείνη ήταν στην τουαλέτα,βαφοταν . Κόκκινο κραγιόν που έκανε τα σαρκωδη χείλη της ακόμα ποιό μεγάλα . Σκούρο μωβ για μάσκαρα..Έπινε μικρές γουλιές από το ουίσκι που είχε δίπλα,μια καρτέλα λεξοτανιλ στο γεμάτο τασάκι με αποτσίγαρα. Κάπνιζε το ενα τσιγάρο πίσω από το άλλο. Η Λίζα φόρεσε τις γόβες με τα ψιλά τακούνια και έκανε μία στροφή στον καθρέφτη που ήταν στον διάδρομο. Όταν δεν δούλευε έβαζε αθλητικα παπούτσια και έτρεχε σε συγκεντρώσεις και πορείες στα Προπύλαια.
Η Λίζα ήταν χαμαιλέοντας,προσαρμοζοταν σε όλες τις συνθήκες και έπαιρνε ένα σωρό πρόσωπα,λες και ανήκε πάντα εκεί. Δούλευε στου Τάκη ,"Φωλιά"έγραφε απ έξω το μαγαζί. Κωλομπαρο, έλεγαν,ενα στενό μαγαζί με μεγάλα σκαμπό στην μπάρα και μερικά τραπέζια,κάπου κοντά στον Άγιο Παντελεήμονα. Τέσσερις γυναίκες και ο Τάκης ,θαμώνες καθώς πρέπει ,και αλήτες ,"το προσκλητήριο που σου πέσε από τα χέρια" σουξέ. Η Λίζα αισθανόταν άνετη στα σκοτάδια και στα σουξέ,το ίδιο άνετη που όταν χόρευε στο mad .
Είχε πολλές "κατακτήσεις"και μπόλικες προτάσεις για το βράδυ. Αίματα,ούρα,σπέρματα,καρτέλες βαρβιτουρικων και αλκοόλ στο πεζοδρόμιο που τα έπλενε η πρωινή βάρδια του δήμου.
Η Λίζα ήξερε όλα τα μυστικά των αντρών που έμπαιναν εκεί μέσα,στην "Φωλιά".

https://m.youtube.com/watch?v=dfMTxpaVhEY

Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2018

Έγκλημα στον Νείλο.

Φωτιζαν οι νύχτες και θολωναν από την υγρή νύχτα.
Βράδια φθινοπωρινά σε κρεβάτια ενός ατόμου.. και μουσικές και καπνοί... σε τοίχους μωβ βαμμένους με πινέλο.
Φλοκατες και σώματα μπερδεμένα, σε τοίχο αφίσα στέκι φιλοσοφικής, γυναίκες να φιλιούνται.
Και έπαιζαν τα χνωτα μας έγκλημα στον Νείλο.
Εσταζαν απέναντι οι στυλοι του Διός, και τα αυτοκίνητα τα παλιά στην μάντρα από κάτω που είχαν για σπίτι τους τα πλάσματα της νύχτας.
Γιατί ποίηση είναι και το μωβ!

Σάββατο 22 Σεπτεμβρίου 2018

Ρε!

Ρε!  Δεν θέλω ρομαντισμους βρώμικα να μου τα λες του είπε.
Οι ρομαντικοί πάει πέθαναν εκεί πίσω στο χρόνο.
Ρε! Ο έρωτας είναι βρώμικος και έτσι εγώ τον θέλω.
Ρε! Δεν θέλω τριαντάφυλλα καθαρά μέσα σε βάζο, στην λάσπη θέλω να τα βουτάς πριν μου τα προσφέρεις.

Ρε! Όποιος έχει αντέξει την χαρά θα αντέξει και τον πόνο.

(jaime-zapata-1957-ecuadorian)

Πέμπτη 20 Σεπτεμβρίου 2018

Κορνίζα.

Φωτογραφίες νιότης σε ασημένιες κορνίζες ,νεονυμφοι ποζάρουν σε κάποιο στούντιο εποχής,άσπρο νυφικό μαύρο κουστούμι.
Πλαστικά λουλούδια σε βάζο βαμμένου δωματίου. Οι πληγές στους καναπέδες από τσιγάρα σκεπασμένες από μονόχρωμα καλύμματα.
Ενα στρώμα που μυρίζει ακόμα ηδονή ,και ξεθωριασμένα σημάδια πρόωρης εκσπερμάτωσης .
Μωβ κραγιόν ανεξίτηλο σε  γοπα αφιλτρου άσσου .
Τετάρτη ,γεννήθηκε και πέθανε την ίδια ημέρα.

Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου 2018

Η σιωπή!

Να μιλήσουμε του είπε θέλω, όχι για τα απόμακρα.
Να μιλήσουμε για αυτά που καίνε για αυτά που τις νύχτες δεν μας αφήνουν να κοιμηθούμε.
Να μιλήσουμε για αυτά που μας βυθιζουν στην σιωπή..
Να κοίτα, κοίτα τα νεκροταφεία είναι γεμάτα ανθρώπους αμιλητους. Είναι βυθισμενοι στην σιωπή γιατί δεν πρόλαβαν, δεν μίλησαν.
Καλημέρα φίλε μου!

Πέμπτη 30 Αυγούστου 2018

Αυγούστου σκέψεις

Τους είδα σήμερα σε ένα μπαλκόνι, Αύγουστος βράδυ ζεστό.
Μια πολυθρόνα, ένα τραπέζι, γλάστρες.
Σπίτι γεμάτο από ηχηρες σιωπες.
Τους είδα να κοιτάζουν τον δρόμο, βλέμμα απαθες, φωνές στο μέσα τους δυνατές.
Ένα μπουκάλι αλκοόλ, άδειο γεμάτο μισογεματο.
Θάλασσα αντηλιακά, μαγιό αναγουλας μυρωδιές.
Τους είδα να ψάχνουν στα σκουπίδια, πεταμένα όνειρα σε κουτί πορτοκαλάδας.
Τους είδα με δερμάτινο μπουφάν στο κρύο του Αυγούστου.
Τους είδα σε μια τουαλέτα αγκαλιά να πλένουν τα σωθικά τους.
Τους είδα να προσπαθούν την νύχτα να δαμασουν, και όταν νόμιζαν ότι την δαμασαν ο χρόνος να ναι σταματημένος. Τους είδα να έχουν σιχαθεί τον κοντό με την γραβάτα, που όλη την νύχτα έμπαινε από τα ανοιχτά παράθυρα.
Τους είδα στην ελπίδα της ημέρας να δραπετεύουν με αεροπλάνο απ το νησί, με πλοίο το μηχανάκι.
Αθήνα πόλη του φωτός του ήχου και της σκόνης.
Τους είδα μια ζωή αργότερα να κλαίνε από τα γέλια. Τους είδα Αύγουστο με μαγιό να ψήνονται στο ήλιο.
Τους είδα συμπεριφορές, και ανθρώπους να έχουν καλά γνωρίσει.
Τους είδα με όνειρα ζωής για την ζωή να έχουν καλά κρατήσει.
Τους είδα μετά, σε ένα τραπέζι στρογγυλό να τρώνε και να πίνουν. Γέλια για αυτά που πέρασαν και δύναμη για αυτά που πήραν.

Αυγούστου σκέψεις (τρεις φίλοι)

Κυριακή 15 Ιουλίου 2018

Μικρά μαύρα γράμματα.

Το σπίτι είχε αδειάσει,μόνο άψυχα όπως θα έλεγαν κάποιοι πράγματα είχαν παραμείνει. Κρεβάτια,έπιπλα ,γλάστρες,και εκείνο το έπιπλο το γεμάτο γράμματα,χαρτιά,φωτογραφίες,αναμνήσεις. Ξεφυλλιζε αναμνήσεις να περάσει κάπως η ώρα. Κλήσεις από δικαστήρια για δίκες,μάρτυρας και κατηγορούμενος. Ημερομηνίες άγνωστες να γυρνάνε ,να και το απολυτήριο από τον στρατό. Ενα μαύρο τετράδιο,ημερολόγιο ..ζητώ ακρόαση Θεού. Δεν υπάρχει ρε μαλάκα Θεός. Μέρες και μήνες σκαλισμενοι με μαύρο στυλό..όπου τελειώνει η λογική αρχίζει ο στρατός..έγραφε αλλού.
Δέκα τόσο Ιουλίου 1983 . Βόλος, ΚΑΟΑ . Το τηλεφωνικό κέντρο ήταν λίγο απομονωμένο απο τα άλλα κτήρια,μέσα στα δέντρα. Δυο κρεβάτια τουαλέτα και ο πίνακας,θα μπορούσε να είναι κάποιο δωμάτιο για παραθερισμο ,αν δεν ήταν στρατός.
Ο λοχαγός ήταν κατηγορηματικός και αποφασισμένος στην τελευταία ομιλία του λίγο πριν φτάσουν εδώ.Θα σας κόψω τα πόδια αν συμβεί το παραμικρό μέσα στην κατασκήνωση,το μέσα το είχε τονίσει. Έξω από εκεί δεν με ενδιαφέρει.
Τα πάντα αποτυπωμένα στο μαύρο τετράδιο,κοίταζε αυτά τα μικρά γραμματακια . Πως τα κατάφερνε,τώρα δύσκολα ακόμα και με γυαλιά τα διαβάζει.
Είχε καθίσει λίγο στραβά στον παλιό καναπέ,τον ανακουφιζε από τον σφαχτη στο αριστερό πνεύμονα. Η από κίρρωση ή από πνευμονία θα πάω σκέφτηκε ,το ήξερε και έτσι δεν ανησυχούσε . Τον πόνο δεν άντεχε,αλλά,αλλά ήξερε τον τρόπο αν έφτανε εκείνη η στιγμή. Τα είχε κανονισμενα όλα στο μυαλό του. Σηκώθηκε και έριξε νερό στον βασιλικό,κρίμα . Κάρτες και γράμματα ,ευχές και λόγια αγάπης..Αγγλία,Γαλλία,Ολλανδία,τα γραπτά μένουν,ο καιρός όμως πέρασε. Το κόκκινο φωτάκι στον τηλεφωνικό πίνακα άναψε. Φόρεσε τα ακουστικά και έβαλε το βύσμα. Συνταγματάρχης έγραφε το μικρό αυτοκόλλητο πάνω από το φωτάκι.
Έλα αγάπη μου είπε μια γυναικεία φωνή,κάνε μου μια χάρη. Ενα καφέ θέλω αλλά στην Λέσχη δεν το σηκώνει κανένας . Χαμογέλασε..θα σας κόψω τα πόδια αν συμβεί το παραμικρό μέσα,η ατάκα του λοχαγού πέρασε από το μυαλό του. Το σπιτάκι του συνταγματάρχη ήταν λίγο ποιό κάτω. Ήταν μεσημέρι,οι περισσότεροι ήταν στην θάλασσα ,οι άντρες ήταν στις μονάδες,τα γυναικόπαιδα είναι σε καλά χέρια..ατάκα που έλεγαν μεταξύ τους η μικρή δύναμη των πέντε διαβιβαστων ..Ο πόνος δεν υποχωρούσε,μόνο σε μια στάση δεν το καταλάβαινε.
Το χέρι του άγγιξε εκείνη την μεγάλη τρύπα από κάψιμο που είχε το δεξί μπράτσο του καναπέ. Παλιά συγχωρεμενα έλεγε η μάνα του και έριξε ενα κάλυμμα επάνω. Το δάχτυλο άρχισε να ψαχουλευει το κάψιμο..τα μικρά γράμματα στο τετράδιο ίσα που φαινόντουσαν.
Φώναξε τον Μουμιν ,συνάδελφο που του είχε υποχρέωση. Είχε κάτσει στην σκοπιά αρκετές φορές για αυτόν. Ντύθηκε ,πήγε πήρε τον καφέ από μπιτς μπαρ και χτύπησε την πόρτα.
Έλα παιδί μου πέρασε είπε εκείνη..τον ρώτησε αν καπνίζει,Ναι είπε,του πρόσφερε τσιγάρο. Marlboro από μαλακό πακέτο,το τετράδιο δεν έγραφε τίποτα,του έκανε εντύπωση που το θυμήθηκε.
Θα σας κόψω τα πόδια αν συμβεί το παραμικρό μέσα στην κατασκήνωση..τα λόγια του λοχαγού γυρναγαν στο μυαλό του.
Το δάχτυλο του κάτι έπιασε στην τρύπα από κάψιμο του καναπέ. Κάτι σαν πλαστικό χωμένο μέσα σε αφρολεξ και σύρματα. Είχε φύγει βιαστικά και το έκανε συχνά αυτό,έβαζε πράγματα εδώ και εκεί. Το παράξενο είναι ότι σπανίως θυμόταν που τα είχε βάλει..
Κάτι φορές τον είχαν σώσει αυτά που έκρυβε. Όταν δεν ήταν καλά άρχιζε να ψάχνει το σπίτι. Όπως εκείνη την φορά που απογοητευμένος ξεκίναγε για την Μήλο . Δυο εβδομάδες,δύο ολόκληρες εβδομάδες τον έβγαλαν τα "χαμένα " . Έβγαλε το πλαστικό ,καμιά συγκίνηση προς την μικρή πέτρα.
Μωρό μου δεν σε ξέχασα,χρόνια πολλά για τα γενέθλια σου,είδες κάρτα που βρήκα;  ένας υδροχόος με ένα μεγάλο κουτάλι στην θέση του πεους . Κοίταξε την κάρτα,ημερομηνία ξεχασμένη,κάποιου Γενάρη.
Έλα κάτσε,κάτσε λίγο ,είπε εκείνη. Θα με βοηθήσεις σε κάτι δουλειές;ρώτησε. Θα μιλήσω εγω στον λοχαγό σου είπε. Αν μιλήσετε δεν έχω πρόβλημα.
Πήρε την μικρή πέτρα και πήγε προς την τουαλέτα,μία φωνή έλεγε πέτα την ,μια άλλη κράτα την να βρίσκεται,ποτέ δεν ξέρεις. Είχε αυτή την τάση του αποθησαυρισμου ,να φυλάει πράγματα μη τυχόν κάποτε και χρειαστούν. Μαυσωλείο, είχε ενα σπίτι μαυσωλείο,δεν ήθελε και δεύτερο . Αν χρειαστεί ξέρω σκέφτηκε,και εκείνος ο πόνος μαχαίρι. Ο φίλος του ο γιατρός τον εψηνε για εξετάσεις ,εκείνος τον έγραφε. Ποτέ δεν είχε ιδιαίτερες σχέσεις με γιατρούς,κόψε εκείνο ,κόψε το άλλο,πρόσεχε αυτό,πρόσεχε το άλλο. Ρε παρατηστε με έλεγε.
Άνοιξε το καπάκι στην τουαλέτα και έριξε την μικρή πέτρα,στο καλό είπε.
Το μαύρο τετράδιο έφτανε στο τέλος του,ένας μήνας είχε μείνει.
Εκείνη του είπε να κολυμπήσουν μαζί το βράδυ στο κόκκινο φεγγάρι. Το πρωί είχαν κουβαλήσει την σορό ενός ταγματάρχη,γλώσσες είπαν ότι ο έφεδρος μάγειρας της λέσχης ήταν μαζί του το βράδυ.
Η οικογένεια του ήταν απαρηγόρητη . Ο Μουμιν θα καθόταν στην βάρδια του . Στο σπίτι επικρατούσε ησυχία,μόνο ο ήχος από τον παλιό σιδερένιο ανεμιστήρα έδιωχνε τις σκέψεις.
Εκείνη σηκώθηκε και κλείδωσε την πόρτα..Εκείνος έκλεισε το μαύρο τετράδιο,κατέβασε τον γενικό διακόπτη του ρεύματος. Ο βασιλικός στην γλάστρα πήρε επάνω του.

Παρασκευή 22 Ιουνίου 2018

Ζωή και θάνατος.

Ακούστε με σήμερα εφημερεύουν αυτά και αυτά τα νοσοκομεία (οι νοσηλευτές του εκαβ)
Θα σας πάω εγώ..
Μέσα στην καρδιά της πόλης στα Πατήσια ,Παμμακάριστος .
Εξετάσεις ,αναμονή,μην ανησυχείτε δεν σας ξέχασα ,να βγουν τα αποτελέσματα (λέει ο γιατρός)
Απορείς ,ούτε μία ώρα δεν περιμένεις ..Εισαγωγή σε μόλις τρεις ώρες ,ξανά απορείς ,είσαι προετοιμασμένος για δωδεκαωρο .
Δίκλινα δωμάτια μπαλκόνι , κατάσταση πολύ καλή.
Νεαρός ο γιατρός που κάνει τα πάντα,συνέχεια πάνω από τους ασθενείς. Ανοιχτός και πρόθυμος να λύσει κάθε απορία σου,απορείς.
Ηρεμία ,επικρατεί ηρεμία γενικά. Το βλέπεις το αισθάνεσαι.
Γύρω γύρω πολυκατοικίες,στα πέντε μέτρα τα μπαλκόνια. Παιδάκια παίζουν,βλέπεις ακόμα και πόσα παγάκια έχει ο καφές της μαμάς απέναντι.
Ένας γάτος σκαρφαλώνει στο δέντρο,ένα αυτοκίνητο φορτωμένο καρπούζια όλα με δοκιμή φωνάζει ο οδηγός. Από ένα σπίτι ακούγεται μουσική,διακρίνεις και τον ψίθυρο του νεαρού που το σιγοτραγουδαει . Στο δρόμο παίζουν μπάλα.
Όταν πέφτει το φώς από το μπαλκόνι βλέπεις την θάλασσα ,δυο παρέες έμειναν μόνο . Είναι ζεστή έλα ,πράγματι . Είναι λάδι , φοβάσαι να χαλάσεις την ηρεμία της,δεν αντέχεις βουτάς. Τα αστέρια φωτίζουν , βγαίνεις ανάβεις τσιγάρο,στα βρεγμένα χέρια σβήνει.
Αν θέλετε και ζεσταίνεστε να σας ανάψω το αιρ κοντισιον λέει μία νεαρή κοπέλα με άσπρα ρούχα ,απορείς.
Μόλις έχεις βγει από την θάλασσα ,ακόμα σταζεις .. Όχι όχι ευχαριστώ κοιμάμαι στην σκηνή εκεί κάτω από το πεύκο της λες.
Ένα τσιγάρο δρόμο οι εικόνες,ένα τσιγάρο δρόμο η ζωή.

Άσχετες άστοχες σκέψεις εικόνων κάπου εκεί έξω....

Κυριακή 17 Ιουνίου 2018

Το ένστικτο.

Καθόταν σε ένα παγκάκι στο πάρκο..απροσδιόριστης ηλικίας κομψή με πλαστικές σακούλες δίπλα της.
Γάτες τυλίγαν τις ουρές τους στα πόδια της και ένα σπουργίτι είχε κάτσει στον ώμο της..Είχε έντονο κόκκινο κραγιόν στα χείλη,σκουλαρίκια στα αυτιά.
Οι ρυτίδες στο μέτωπο και στα χέρια σαν κύματα θάλασσας.
Κάτι τραγούδαγε,μια μελωδία γνωστή που δεν θυμόταν που την είχε ακούσει πάλι.
Χάιδευε τις γάτες και από τις σακούλες έβγαζε φαγητό.
Κόσμος πέρναγε από μπροστά της ,που και που κάποιο κεφάλι εστρεφε προς το μέρος της.
Κύριε ένα τσιγάρο έχεις σε παρακαλώ;
Καπνό έχω,είπε εκείνος με αυτό το ύφος που δεν ήξερε άν ήθελε να ήθελε να το κάνει ή όχι. Ίσως περίμενε να αρνηθεί εκείνη.
Στριφτό,ε; δεν με πειράζει είπε και του χαμογέλασε.
Είχε λεπτά ζαρωμενα δάχτυλα,κόκκινα νύχια περιποιημένα. Ένα δαχτυλίδι χρυσό στο μεσαίο δάχτυλο.
Το πήρε,το έστριψε το έφερε στο στόμα.
Φωτιά ; ρώτησε
Της άναψε το τσιγάρο και πήρε μία βαθιά ρουφηξιά.
Κάποιος περαστικός τους κοίταξε,κούνησε το κεφάλι του απαδοκιμαστηκα..
Θα μου κάνεις παρέα ώσπου να το καπνίσω ; ρώτησε.
Εκείνος κοντοστάθηκε,τα έχασε..οι γάτες τόση ώρα παρατήρησε είχαν μαζευτεί στα πόδια του.
Λυπάμαι έχω δουλειά ψέλλισε και άρχισε να προχωράει..
Άκουσε την φωνή της καθώς είχε γυρίσει την πλάτη του να λέει...
Να ακολουθείς το ένστικτο σου.Οι γάτες ακολουθούν το ένστικτο τους και ενδιδουν στις επιθυμίες τους..
Γύρισε το κεφάλι,το παγκάκι ήταν άδειο,ήταν μόνος του στο πάρκο.

Άσχετες άστοχες σκέψεις εικόνων κάπου εκεί έξω....

Δευτέρα 28 Μαΐου 2018

Τριάντα τρία σκαλιά.

Τριάντα τρία σκαλιά ,ανάταση ψυχών . Κάποιοι άρχισαν τα μπάνια. Οινόπνευμα σκληρό σταγόνες σε άδεια μπουκάλια . Το στρώμα ιδρωμένο ,οινόπνευμα και έρωτα.
Τριάντα τρία σκαλιά,όσα τα χρόνια του Χριστού .
Το κόντρα μπάσο χτύπαγε σε μπομπινοφωνο ήχου. Η παλέτα στημένη σε χρώματα από την Ινδία. Εκείνη,εκείνοι ,θεατές πρωταγωνιστές σε ένα κόσμο που αρχίζει. Η πρώτη πινελιά εσταξε ευτυχία,η δεύτερη ήταν καλύτερη γιατί εσταξε και αίμα.
Τριάντα τρία σκαλιά κατέβασμα στον Άδη .
Φώτα, μουσικές , κορμιά απελευθερωμένα ,τριάντα τρία τα σκαλιά για τους μυημένους.

Απροσδιόριστο.

Μάιος έτος απροσδιόριστο. Βροχερός καιρός με διάχυτη μελαγχολία της μουντάδας. Λίγο τα πρωινά blues, λίγο τα βραδινά ουίσκι σε εκείνο το σκοτεινό club .
Εικόνες μουντές .
Άσπρες τρίχες σε παιδικά πρόσωπα,έτος απροσδιόριστο.
Φοβόταν την βροχή πλέον δεν χόρευε πια από κάτω της.
Απροσδιόριστος νούς.
Ανάμεσα σε γοητευτικους καπνούς η φωνή ρώτησε .
Αν ξανά ζούσε τι λάθη δεν θα έκανε πια. Όλα θα τα έκανα πάλι απάντησε,αλλά να! Θα διαχειριζομουν καλύτερα τα κόμπλεξ.
Δεν το πιστεύω είπε η φωνή,αυτά οι άνθρωποι τα θάβουν βαθιά μέσα τους.
Απροσδιόριστος νούς.
Ένα blues δωδεκαμετρο πάνω σε ένα μπουκάλι ουίσκι. Η μαύρη σερβιτόρα έφερε ένα μπωλ παγάκια.
Απροσδιόριστος νούς.
Βροχή,ο Δημοσθένης χτύπαγε τις χορδές από το κόντρα μπάσο σε ένα αυτοσχέδιο ρυθμό. Είχε κάνει μεγάλη πρόοδο ,αυτοδίδακτος. Απροσδιόριστο έτος και η αφίσα του Τσε κρεμασμένη σε ένα τοίχο.
Η Γεωργία κούναγε το κορμί της στον ρυθμό του μπασου,ένα χέρι χάιδεψε την πλάτη της και της πρόσφερε τσιγάρο.Συνέχισε να χορεύει.
Απροσδιόριστος νούς.
Σε ένα τραπέζι οι σκέψεις της νύχτας,ένα χέρι τον σήκωσε ψηλά. Η Νέλλη κάτι ψιθύρισε σκύβοντας στο αυτί,μια τούφα μαλλιών μπήκε στο στόμα του.
Απροσδιόριστο έτος απροσδιόριστος νούς. Υγρές σκέψεις σε βρεγμένο χαρτί,συνέχισε να γράφει. Βροχή.
Τι ηλικία έχεις ρώτησε η φωνή,απροσδιόριστη είπε. Εικόνες.
Μπάρ το ναυάγιο ένας μεθυσμένος είχε πιάσει την κουβέντα με σκιές. Δεν υπάρχει μεθυσμένος που είναι μόνος που είναι σιωπηλός,όλοι με κάποιον μιλάνε.
Ο Δημοσθένης απορροφημένος στις χορδές,η Γεωργία είχε κλείσει τα μάτια. Το λιγοστό φως του πορτατίφ κενταγε αισθήσεις.
Σε ένα μπάρ μια γυναίκα περίμενε να την κεράσει. Την κέρασε,πες μου του είπε καθώς κάθισε ποιο κοντά του.
Έναν Μάιο κάποιος είχε βγει στην βροχή και χόρευε .
Έναν Μάιο η θάλασσα ήταν ζεστή.
Έναν Μάιο κάποιος γεννήθηκε και κάποιος πέθανε.
Έναν Μάιο έβρεχε.

Απροσδιόριστες εικόνες απροσδιόριστου έτους απροσδιοριστου νού ...

Τρίτη 22 Μαΐου 2018

Πιάνο.

Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε. Εκείνη συνήθιζε τα βράδια να κάθετε στο πιάνο. Ένα πιάνο παλιό Γερμανικό με τον ποιο όμορφο ήχο.
Εκείνος καθόταν δίπλα στην μεγάλη παλιά πολυθρόνα, πολλές φορές είχε και ένα ποτήρι κονιάκ στο χέρι.
Χαλαρωνε και άκουγε. Εκείνη έπαιζε για εκείνον, του άρεσε το πιάνο και ας μην είχε ιδέα από μουσική και νότες.
Καποιες φορές στην ησυχία της νύχτας η Ξένια η γειτόνισσα χτύπαγε τον τοίχο να κάνουν ησυχία.
Εκείνοι γελαγαν, πως είναι δυνατόν να μην της αρέσει το πιάνο.
Πέρασαν χρόνια πολλά, το πιάνο έμεινε σκονισμένο στο παλιό σπίτι, μέσα σε σκονισμένα βιβλία και αναμνήσεις.
Μέσα σε άλλη ζωή σκονισμένη παλιά.
Κοιταχτηκαν και έδωσαν υπόσχεση ότι θα ξαναπανε στο παλιό σπίτι για το πιάνο..........Καληνύχτα...#χρονογραφη

Σάββατο 14 Απριλίου 2018

Κωλοπαιδο

Καθώς κοίταζα ένα ζευγάρι καρακαξες που πηδαγε μπροστά μου. Το μαύρο χρώμα των φτερών που γινόταν μπλε στο φως του ήλιου. Την μακριά τους ουρά σηκωμένη σαν του σκύλου.
Τι όμορφο πουλί σκεφτόμουν ,και την λαλιά του δεν μου την έχει χαρίσει.
Αντίθετα ο κοτσιφας με αυτόν κοιμάμαι και ξυπνάω.
Με έχει μαγέψει το πτηνό αυτό το παρεξηγημένο.
Άσε την αυτή την γριά καρακαξα, είχα πει για μια δασκάλα με γυαλιά . Ναι και εγώ κωλοπαιδο έχω υπάρξει.
Αλλά και εκείνος ο θείος στο χωριό τον θάνατο έλεγε φέρνει.
Είναι μαύρη,κλέφτρα και αισχρή ,και σήκωνε το δικανο για να την σκοτώσει.
Εκείνη σε ένα μικρό δωμάτιο σαν κελί στα κάγκελα ερχόταν , ψωμί άφηνε ο μπάρμπα Αδάμ καλή του ώρα άν ζει,ζωγράφιζε και μου μιλούσε.
Ήξερε όλα τα μυστικά για τα πουλιά για την ελευθερία.
Μάγκα μου λέγε έτσι με προσφωνουσε,το ποιό έξυπνο πτηνό στο ζωικό βασίλειο είναι αυτό εδώ.
Μόνο με κάποιο είδος πιθήκου μπορεί να συγκριθεί.
"Κλέβει"γιατί της τραβά την προσοχή κάτι που γυαλίζει και θέλει να το επεξεργαστεί.
Αυτοαναγνωριζετε μπροστά σε καθρέφτη. Είναι πουλί μα εργαλεία χρησιμοποιεί. Ξέρει τον εαυτό της τόσο καλά που προβλέπει τι θα κάνει ο άλλος.
Ένα σωρό προβλήματα ξέρει και λύνει.
Μάγκα μου στην Ανατολή είναι οιωνός ευτυχίας ,και όχι θανατικου που έχουν εδώ στην δύση.
Τόσα χρόνια πέρασαν και όμως τα λόγια του μπαρμπα Αδάμ ακόμα τα θυμάμαι.
Και όταν στο μπαλκόνι μου πηδά η καρακαξα ,στο μπλε χρώμα της το ελεκτρικ την ελευθερία βλέπω.
Σκέφτομαι ότι υπήρξα και εγώ κωλοπαιδο λοιπόν..