Ρε μαλάκα είπε καθώς έκοβε ενα φύλλο από τον βασιλικό,ξέρεις πόσο καιρό ήθελα αυτή την στιγμή;
Ξέρεις τι όμορφο είναι να καταλαβαίνεις τον πόνο,να αρρωσταίνεις ; Ξέρεις πόσα χρόνια είχα να το αισθανθώ; Θυμήθηκε εκείνον τον τρελό που έκοψε το μόριο του. Κόψε τα αρχιδ... σου ρε του είπε ο γιατρός,και εκείνος με ένα γυαλί το έκανε.
Λίγο πριν λιποθυμήσει πήγε στο παράθυρο ,κοίταξε τον κόκκινο ήλιο. Πρέπει να ήταν δυστυχισμένος είπαν,δεν καταλάβαινε πόνο.
Ο Κυρ. Πέτρος κάθε μέρα στις τέσσερις το πρωί έκανε βόλτα στον δρόμο,από τότε που είχε βγει στην σύνταξη δεν τον χώραγε το σπίτι.
Έδενε τα χέρια στην πλάτη καθώς περπάταγε και έσφιγγε στην χούφτα το κεχριμπαρενιο κομπολόι του.
Ρε μαλάκα είπε,την πρώτη φορά που ψηνομουν στον πυρετό χόρευα και τραγουδούσα από την χαρά μου.
Έτριψε τον βασιλικό στο χέρι του ,το έφερε στην μύτη του. Ασπρισμένοι τενεκέδες με βασιλικούς και γεράνια,και μια ορτανσια ροζ.
Άκουσε μια φωνή,έτρεξε να δει τι συμβαίνει. Τον είδε,έσκυψε τον φίλησε στο στόμα..Το ασθενοφόρο είχε αργήσει,είναι νεκρός είπαν,δεν πόνεσε.
Κοίταξε το ρολόι ,ο ήλιος δεν είχε βγει ακόμα,πήρε το τσιγάρο,το έσβησε στο μπράτσο του.
Χαμογέλασε καθώς το κάψιμο τον πόνεσε....
Άσχετες άστοχες σκέψεις εικόνων κάπου εκεί έξω...