Πέμπτη 27 Ιουλίου 2017

Ρε μαλάκα είπε καθώς έκοβε ενα φύλλο από τον βασιλικό,ξέρεις πόσο καιρό ήθελα αυτή την στιγμή;
Ξέρεις τι όμορφο είναι να καταλαβαίνεις τον πόνο,να αρρωσταίνεις ; Ξέρεις πόσα χρόνια είχα να το αισθανθώ; Θυμήθηκε εκείνον τον τρελό που έκοψε το μόριο του. Κόψε τα αρχιδ... σου ρε του είπε ο γιατρός,και εκείνος με ένα γυαλί το έκανε.
Λίγο πριν λιποθυμήσει πήγε στο παράθυρο ,κοίταξε τον κόκκινο ήλιο. Πρέπει να ήταν δυστυχισμένος είπαν,δεν καταλάβαινε πόνο.
Ο Κυρ. Πέτρος κάθε μέρα στις τέσσερις το πρωί έκανε βόλτα στον δρόμο,από τότε που είχε βγει στην σύνταξη δεν τον χώραγε το σπίτι.
Έδενε τα χέρια στην πλάτη καθώς περπάταγε και έσφιγγε στην χούφτα  το κεχριμπαρενιο κομπολόι του.
Ρε μαλάκα είπε,την πρώτη φορά που ψηνομουν στον πυρετό χόρευα και τραγουδούσα από την χαρά μου.
Έτριψε τον βασιλικό στο χέρι του ,το έφερε στην μύτη του. Ασπρισμένοι τενεκέδες με βασιλικούς και γεράνια,και μια ορτανσια ροζ.
Άκουσε μια φωνή,έτρεξε να δει τι συμβαίνει. Τον είδε,έσκυψε τον φίλησε στο στόμα..Το ασθενοφόρο είχε αργήσει,είναι νεκρός είπαν,δεν πόνεσε.
Κοίταξε το ρολόι ,ο ήλιος δεν είχε βγει ακόμα,πήρε το τσιγάρο,το έσβησε στο μπράτσο του.
Χαμογέλασε καθώς το κάψιμο τον πόνεσε....

Άσχετες άστοχες σκέψεις εικόνων κάπου εκεί έξω...

Κυριακή 23 Ιουλίου 2017

Πρωινό Κυριακή καλοκαίρι,άδεια πόλη η Αθήνα. Τέλος εποχής  , το στέκι σου η παππουδερί σου κρέμασε ρολά. Συντρόφια παππούδες απ έξω συζητάνε,καταλαβαίνεις το συναίσθημα της απώλειας. Ένα μικρό γατάκι περιμένει την κυρία που πουλάει κοσμήματα στην γωνία.
Δρόμοι άδειοι ,η Πατησίων ερήμη ,το κτήριο του ΟΤΕ καταφύγιο πλέον για τον ήλιο. Κάποιοι νεαροί στην ΑΣΟΕ πηδάνε τα κάγκελα.
Κυψέλη,Αχαρνών,Μιχαήλ Βόδα ,Πατήσια. Άγρια άλογα σπαρμενα σε γωνιές,έχουν αυτή την όμορφη θλίψη οι γειτονιές αυτές.
Κίτρινο χαλί από φύλλα η Μιχαήλ Βόδα ,άγρια άλογα περιμένουν στην γωνιά. Τόσα χρόνια και είναι όλα ίδια,οι δρόμοι τα δέντρα,τα σπίτια,οι λακκούβες,ακόμα και οι άνθρωποι.
Είναι τόσο όμορφα θλιμμένες οι γειτονιές αυτές.
Είσαι παππούς και σε σέβομαι είπε ο Αλί με σπασμένα αγγλικά καθώς έδινε εκείνο το φακελάκι. Ήσουν παππούς από τότε σκέφτηκες,σαν τους γονείς σου που πάντα μεγάλους τους ήξερες.
Έχουν μια θλιμμένη ομορφιά οι γειτονιές αυτές κάθε Κυριακή καλοκαίρι.
Σπίτια κολλητά μπαλκόνια αντικριστά βουβοί άνθρωποι. Στις γωνιές μόνο άγρια άλογα περιμένουν .
Η Σπετσών σκεπασμένη από ψηλά δέντρα,συναίσθημα απερίγραπτο καθώς στο βάθος έβλεπες το σπίτι. Το ταξίδι τελείωνε,έσφιγγες το χαρτί στο χέρι. Το ταξίδι ήταν η απόλαυση και πώς να το εξηγήσεις στους βιαστικούς.
Έχουν θλιμμένη ομορφιά οι γειτονιές αυτές κάθε Κυριακή καλοκαίρι.
Κάθε γωνιά κάθε δρόμος μια ιστορία θλιμμένης ομορφιάς,και έρωτα ζωής.
Κάθε Κυριακή άνθρωποι με τα καλά τους ρούχα βγαίνουν από την εκκλησία. Είναι αμαρτία να εμφανιστεις μπροστά στο Θεό με κουρέλια,για αυτό οι ζητιάνοι κάθονται πάντα έξω.
Ο Νίκος με το θλιμμένο πρόσωπο το τόσο όμορφο χτυπάει το σφυρί στο σιδεραδικο μέσα. Ενα μπουκέτο λουλούδια  φωτίζει τον σκοτεινό χώρο. Δουλειά να έχει και ας δουλεύω και Κυριακή λέει.
Μα έχουν μια θλιμμένη ομορφιά οι γειτονιές αυτές κάθε Κυριακή καλοκαίρι.
Το τρόλεϊ Κουκάκι Κυψέλη κάνει στάση στην πλατεία.
Προσεχώς Μετρό λέει η ταμπέλα..Έχουν μία θλιμμένη ομορφιά οι γειτονιές αυτές κάθε Κυριακή καλοκαίρι.
Άλογα άγρια άλογα καλπάζουν στην Φωκίωνος,και στην Πατησίων,και στην Αχαρνών και στην Μιχαήλ Βόδα .
Έχουν μια θλιμμένη ομορφιά οι γειτονιές αυτές κάθε Κυριακή καλοκαίρι.

Άσχετες άστοχες σκέψεις εικόνων κάπου εκεί έξω.

Σάββατο 22 Ιουλίου 2017

Στον λόφο του Φινοπουλου κάποτε έπαιζαν παιδιά ,η σπασμένη παιδική χαρά το μαρτυράει.
Δίπλα στο κτίριο της τυφλής δικαιοσύνης η λησμονιά.
Η συνεισφορά των ρακοσυλλεκτων στην ανακύκλωση είναι μεγάλη είπε ο κύριος Γιάννης και ήπιε μια γουλιά καφέ.
Ένα ζευγάρι είχε ξεμείνει από το βράδυ,αγκαλιά σε σκαλοπάτια πολυκατοικίας. Ξύπνησε και κοίταξε γύρω του ,ένα άδειο μπουκάλι βότκας με μία μαργαρίτα μέσα, στο κομοδίνο των σκαλιων . Εκείνη ακόμα κοιμόταν,έπιασε το κεφάλι του,κόντευε να σπάσει. Πως σε λένε τον ρώτησε και του πρόσφερε τσιγάρο από τσαλακωμένο πακέτο Δελφών .
Το πλοίο δεν είχε σαλπάρει ακόμα η πόλη όμως ήταν άδεια.
Ένα κομμένο καρπούζι στην μέση παγωνε στο ποτάμι.
Θυμήθηκε εκείνη την παλιά αφισουλα " Ξηγιεμαι καρπουζακι όταν είμαι φτιαγμένος " έγραφε.
Κόκκινα ζουμιά έτρεχαν στο γυμνό σώμα . Όποιος θα έτρωγε το περισσότερο καρπούζι χωρίς χέρια θα κέρδιζε μια θέση στην κόλαση.
Είχαν βρεθεί από τύχη σε αυτό το νησί,πάντα από τύχη ταξίδευαν. Ένα μπουκάλι μαυροδαφνη παγωνε και αυτό σε μια άκρη.
Άναψε το τσιγάρο που του πρόσφερε , Κώστας είπε , σιγά σιγά κάτι καθάριζε στο κεφάλι του.
Ένα μπαρ ,κάτι ποτά ,και άλλα ποτά,γελαγαν όταν κατέβαιναν τα σκαλιά.
Στον λόφο Φινοπουλου κάποτε έπαιζαν παιδιά ,τώρα κάτι χαλάσματα κτιρίων και ανθρώπων.
Ο παππούς ήταν τακτικός θαμώνας του καφέ ,στην ίδια θέση ίδιο τραπέζι χρόνια ολάκερα . Σκέφτηκε ότι οι άνθρωποι δένονται με τις ίδιες θέσεις στα μαγαζιά,το έκανε και αυτός άλλωστε.
Είχαν γίνει κόκκινοι από τα ζουμιά ,το γυμνό σώμα στην δύση της ημέρας κόλλαγε. Μπήκαν στο νερό,το ποτάμι φάνηκε ζεστό.
Ο Χρήστος είχε ανάψει την φωτιά ,η Μαίρη μάζευε μυρωδικά από το βουνό,τα μακαρόνια περίμεναν.
Κουμπωσε το πουκάμισο της ,τον κοίταξε και χαμογέλασε. Φύσηξε τον καπνό στο πρόσωπο ,τα χείλη της ήταν βαμμένα μωβ. Έφτιαξε το παντελόνι του κοιτάζοντας γύρω ,η πόλη ήταν άδεια,το πλοίο δεν είχε σαλπάρει ακόμα.
Ενα φορτηγό με καρπούζια παρκαρισμένο στην γωνιά,σήκωσε την κουκούλα ανέβηκε και πήρε ένα.
Το έσπασε στην μέση,πήρε το μισό και έχωσε την μούρη του μέσα.
Όποιος το φάει ποιό γρήγορα κερδίζει θέση στην κόλαση τής είπε.


Άσχετες άστοχες σκέψεις εικόνων κάπου εκεί έξω.

Πέμπτη 20 Ιουλίου 2017

Πέντε το πρωί τα πουλιά έχουν ξυπνήσει , λιγοστές φωνές στον δρόμο. Η παλιά κουνιστή πολυθρόνα της νιότης με τα σημάδια του χρόνου αντέχει ακόμα.
Όταν ακούω Κατερίνα τρομάζω,υπογραμμισμένος στίχος σε βιβλίο από την Κατερίνα.
Πέντε το πρωί και το ρολόι σπάνια προλαβαίνει να χτυπήσει.
Όταν ακούω Κατερίνα τρομάζω.
Ένα αυτοκίνητο με την μουσική στην διαπασών αφήνει νέους που παραπατουν ,απομεινάρια νύχτας.
Πάνω κάτω πάνω κάτω η κουνιστή καρέκλα.
Πέντε το πρωί,μια χαρά κάνει το ava για ξύρισμα.
Όταν ακούω Κατερίνα τρομάζω.
Πέντε το πρωί,ο Κώστας πλένει πτώματα στο νεκροτομείο με τον πατέρα του.
Πέντε το πρωί,δεμένος σε μαρμάρινο κρεβάτι,οι τρελοί φωνάζουν. Πέντε λεπτά διάλειμμα για τσιγάρο την ημέρα.
Όταν ακούω Κατερίνα τρομάζω.
Ξυπνήστεεε! Από το Ραδιόφωνο ακούγεται η φωνή του εκφωνητή ,9.84 πρώτος ελεύθερος σταθμός συμπληρώνει.
Σε ένα βιβλίο μέσα χαρτάκι ξεχασμένο, παλιό,δεν κάνει καν τον κόπο να το ανοίξει.
Όταν ακούω Κατερίνα τρομάζω.
Πέντε το πρωί ο χρόνος έχει παγώσει. Σαράντα χρόνια κάθε μέρα πέντε το πρωί,δεν είχε χάσει μεροκάματο του είπε. Τον κοίταξε καθώς έφευγε.
Πέντε το πρωί,το φως από το ψυγείο εκτυφλωτικό μέσα στα άδεια ράφια. Ο
Υπομονετικά περίμενε την σειρά του στην τράπεζα, 100 δραχμές ανάληψη. Όταν βγήκε κάποιος είχε αφήσει ένα ολόκληρο τσιγάρο στο σταχτοδοχειο ,το πήρε. Στο δρόμο μάζεψε άλλα δύο.
Πέντε το πρωί τον έπιασε υστερικό γέλιο,η κουνιστή καρέκλα πάνω κάτω. Σκυλιά βγάζουν τα αφεντικά τους βόλτα στο διπλανό πάρκο.
Πέντε το πρωί και είχε μία επιθυμία για γλυκό ,ξερατα στο πάτωμα και άδειο μπουκάλι.
Πέντε το πρωί ,ένας τρελός άνοιξε το φακελάκι του νες καφέ και το άδειασε στο στόμα,το αγόρασε με χάπια. Ένας τρελός άνοιξε το στόμα και έβαλε τα χάπια μέσα,τα αγόρασε με νες καφέ. Οι τρελοί στον δεύτερο όροφο,οι τρελοί στον τρίτο.
Στο μαρμάρινο κρεβάτι δεμένος περίμενε τους τρελούς.
Όταν ακούω Κατερίνα τρομάζω.
Πέντε το πρωί,ο βασιλικός είχε μεγαλώσει,οι μαργαρίτες ακόμα ανθιζαν. Το καναρίνι στο απέναντι μπαλκόνι ξύπνησε.
Ένα μικρό μαύρο γατάκι φωνάζει.
Πέντε το πρωί ,εκείνη αγαπούσε το γέλιο του.
Πέντε το πρωί χαμογέλασε.

Άσχετες άστοχες σκέψεις εικόνων κάπου εκεί έξω.

Πέμπτη 13 Ιουλίου 2017

Εντάξει ρε φίλε παράπονο από την ζωή δεν έχω. Δεν λέω, σίγουρα μπορεί να ήταν και καλύτερα,μπορεί και χειρότερα.
Ρε φίλε ,τυχεροί σταθήκαμε ,δες ,ρίξε μία ματιά γύρω σου,πίσω σου.
Θυμάσαι που άκουγες σειρήνες και τρομαζες;ασθενοφόρο σου έλεγα είναι. Τότε τρόμαζες περισσότερο εσύ. Δεν λέω σε καταλαβαίνω,πόσες φορές η σειρήνα ούρλιαζε για σένα!
Θυμάσαι που σου έλεγα η ζωή κύκλο κάνει,και ότι δεν ήθελες αυτό τραβάς!
Θυμάσαι αυτούς τους τύπους με τα μπλε που σε έπαιρναν στο κατόπι; θυμάσαι που γελαγες και έσφιγγες το χέρι;
Θυμάσαι που σε περίμεναν απέναντι στο νησί και εσύ ξεσηκωνες τους επιβάτες για ανταρσία;
Προτροπή για ανταρσία έλεγε το χαρτί που σου έφεραν να υπογράψεις.
Για αυτό σου λέω παράπονο δεν πρέπει να έχεις.
Θυμάσαι σε εκείνο το μπαλκόνι που ποτέ δεν συμπαθησες ; καθόσουν με εκείνο το κασετόφωνο που μόλις είχες πάρει,και δίπλα εκείνη η βότκα που ποτέ δεν τελείωνε.
Θυμάσαι;
Και ύστερα πέθανες,μια ,δυο,τρεις,ούτε θυμάμαι πόσες φορές .
Θυμάσαι,πάντα τα λέγαμε καλά οι δύο μας ,αυτή η ειλικρίνεια που τσακιζε και τον καθρέφτη.
Δεν γαμιεται λες μια μέρα,εγώ θα φύγω,το μπαλκόνι αυτό στην βαραγε και οι τοίχοι έκαιγαν.
Για αυτό σου λέω παράπονο δεν πρέπει να έχεις.
Ξέρεις πόσοι θα ήθελαν να είναι στην θέση σου ; Μην γελάς,αλήθεια σου λέω.
Έχω ένα παράπονο είπες,τόσες γαρδενιες και μία δεν έπιασε.

Αλλοπρόσαλλα λόγια αφορτιστων εικόνων αφηρημένων σκέψεων.

Πέντε το πρωί και η μέρα σα να έχει μικρύνει. Τα ζωντανά κάνουν την εμφάνιση τους στο παράθυρο,είναι απίστευτο το ποσό εύκολα μαθαίνουν,συνηθίζουν. Συνηθίζουν όχι το κάθε μέρα ,αλλά την μια μέρα της εβδομάδας,λες και μετράνε τις μέρες.
Πέντε και μισή ,ο άγγελος έχει βγάλει το αφεντικό του βόλτα ,κρατάει χαλαρά το λουρί. Εξι ,το μαύρο σκυλάκι στην Αλεξάνδρας στην θέση του.
Λίγος κόσμος στον δρόμο,οι μπάτσοι στην Πατησίων πίνουν καφέ,δίπλα στο Μουσείο ένα ζευγάρι κάθεται στα σκαλιά.
Ξημέρωμα σε εκείνο το μπαλκόνι ,και εκείνη η καφετιέρα κάνει απαίσιο καφέ.
Ενα γατί νιαουρίζει ,ένας συναγερμός κόβει την ζέστη στα δυο.
Ο Κώστας πήδηξε από το μπαλκόνι,κράταγε μια τηλεόραση ,στο αυτοκίνητο είχε δυο βίντεο. Κάλτσες για χέρια.  Κάποιος έκοψε τα λουκέτα ,στην Σόλωνος μια πόρνη φώναξε,σύρμα μπάτσοι.
Μαλάκα αυτό το βίντεο θα το κρατήσω ..ο ταξιτζής κοντοστάθηκε,κούνησε το κεφάλι του. Δύο μηχανές κατέβηκαν τα σκαλιά στο Σύνταγμα,φύγε μαλάκα φύγε.
Τράμπα στην δροσοπουλου ,έξι ακριβώς, λεπτό ποιο πριν.
Στην Βάθη ένας πέρασε με κόκκινο το αίμα ήταν φρέσκο ,δεν ζήταγε εκδίκηση.
Είκοσι Ιουλίου απεργούμε ,ξεσκισμενη η αφίσα στο δρόμο.
Οι θάνατοι αυξάνονται στην ζέστη ,και οι αυτοκτονίες ,είπε ο Τάκης ο φαρμακοποιός. Όλοι ξέρουν έναν Τάκη φαρμακοποιό είναι γνωστό.
Εκείνο το μπαλκόνι και εκείνη η καφετιέρα με τον απαίσιο καφέ.
Τον βρήκαν στην μπανιέρα είχε βυθιστεί στο νερό αλλά είχε ένα χαμόγελο είπαν στα χείλη.  Ένα αδέσποτο σκυλί έψαχνε τα σκουπίδια,το μίσησε που δεν είχε σπίτι.
Θα φύγω είπε στην γειτόνισσα που κοίταζε τα σάπια δόντια του.
Πρέπει να αγοράσω καινούργια καφετιέρα σκέφτηκε.

Άσχετες άστοχες σκέψεις εικόνων κάπου εκεί έξω..

Το decevo του Σίμου παρκαρισμένο κάτω από το σπίτι στην Κυψέλη.
Στην Κυψέλη ; ή μήπως ήταν στον νέο Κόσμο; Όχι όχι κάτι δεν πάει καλά ,πρέπει να ήταν στο Μετς .
Πως ξεχνάς έτσι! Λίγες ημέρες πριν την γιορτή μου ήταν,πες μου ότι ξέχασες και αυτό!
Θυμάμαι,αλήθεια λέω θυμάμαι. Θυμάμαι ότι ήρθε χειμώνας Ιούλιο μήνα στην Κω .
Να ρε! Εκεί το είδα το decevo . Πως όμως; έχω χρόνια να πάω εκεί.
Θυμάμαι όμως. Θυμάμαι δεν καταλάβαμε πως μπήκε ο χειμώνας ενω ο κόσμος έκανε ακόμα μπάνιο στην θάλασσα.
Κάτι δεν θυμάσαι καλά,άκου που σου λέω. Το decevo δεν το είχε στην Κω .
Μα πώς! Φύγαμε καλοκαίρι από την Αθήνα ,θυμάμαι ότι είχα προνοήσει για τον χειμώνα αλλά έπεσα έξω.
Ο Γιάννης γύρισε από το Άγιον Όρος θα γίνει μοναχός λέει. Μα ήταν και αυτός στο decevo συνοδηγός.
Ρε συ! Νομίζω μπερδεύεσαι. Έβαλες φωτιά στην τουαλέτα του καραβιού.
Εγώ;;
Ναι εσύ,ευτυχώς που ήμουν από έξω και άδειασα το μπουκάλι με το νερό. Και εσύ σαν ηλίθιος γέλαγες μετά.
Τίποτα δεν θυμάσαι.
Στα σκουπίδια την επόμενη μέρα ξημερώματα στο κουτί με την amita ποιος έψαχνε;
Γελάς ε; ευτυχώς που δεν ζήσαμε ρε , ποτισμένα στην πορτοκαλάδα ήταν. Το δερμάτινο μπουφάν που φόραγες το έχω ακόμα.
Με έχεις μπερδέψει ,εγώ για το decevo ήθελα να πω,το είδα. Τώρα θυμήθηκα ,στην βουλιαγμένης σήμερα το πρωί έξω από το σπίτι του Σίμου.
Στην heaven δεν ήταν ο Σίμος; Μην αλλάζεις κουβέντα πέντε μέρες άντεξες,εγώ,εσύ ,και η γάτα αγκαλιά. Ευτυχώς είχε αεροπλάνο και έκανες παραγγελία για ρούχα καλοκαιρινά στην Αθήνα.
Ο Γιάννης έγινε παπάς τελικά,το ξέρεις;...Δεν μπορώ να σε παρακολουθήσω.
Ξημερώματα στο σπίτι του Χρήστου από κάτω εγώ εσύ και η γάτα,ρε μαλάκα και αυτός κοιμόταν. Δεν το πιστεύω ρε !
Γελάς ε;  Μα είναι για γέλια.
Και δεν μού λες λίγο πριν την γιορτή σου ήταν;Θεέ μου που έχω μπλέξει!
Κοίτα! Δεν υπάρχει decevo ο Σίμος έφυγε πέθανε,καπουτ που λένε. Μαλακιες λες και ονειρεύεσαι.
Υπάρχει ρε συ Αλήθεια σου λέω ,στην βουλιαγμένης εχθές το βράδυ το είδα. Ρε συ,αλήθεια λέω του μίλησα .
Και άμα θες να ξέρεις με κάλεσε στην Κω για φέτος.
Όλα τα θυμάμαι.

Άσχετες άστοχες σκέψεις εικόνων κάπου εκεί έξω.

Χωματόδρομος κατηφόρα βράχια. Είχαν τελειώσει εχθές όλα στην σκηνή. Μία ζέστη μία κρύο πόδια κομμένα.
Αγωνίζεσαι να κρατήσεις την μηχανή στον κατήφορο. Η παρέα που γνώρισε εκεί στο δικό της κόσμο.
Παππού καλά πάμε για το ορυχείο;
Ίσα το ποτάμι . Το ποτάμι μια ξερή κοίτη στο μεσημέρι του Ιουλίου.
Ιδρώτας.
Καλά πάμε;
Ναι ναι ίσα το ποτάμι.
Στην επόμενη στροφή ενα έξω κόσμο τοπίο σε μαγευτική μοναχική παραλία.
Νταμάρι αριστερά μηχανήματα,ιμάντες,βαγόνια. Δεξιά η είσοδος του ορυχείου.
Ένα μπάνιο στην κρύα θάλασσα και ανακτά δυνάμεις,το στομάχι ηρεμεί για λίγο.
Μια πόρτα χωρίς λουκέτο δίνει την δυνατότητα εισόδου στην σκοτεινή στοά. Θειάφι η μυρωδιά διάχυτη,φακούς παιδιά φακούς.
Σκόρπια χαρτιά μισθοδοσίας και σχέδια μηχανικών κιτρινισμενα 1942 43 44 δέος,ο χρόνος έχει σταματήσει ξαφνικά.
Σκοτάδι και φόβος,η Μαρία αισθάνθηκε ζαλάδα από το θειάφι.
Προχωράμε στην στοά,το σκοτάδι κόβετε με μαχαίρι.
Φόβος και πάλι,χώμα και νερό στάζει από κάποια οροφή που δεν βλέπεις.
Φτάνει φτάνει πάμε έξω. Έχει σουρουποσει ,ο δρόμος για τον γυρισμό δεν φαίνεται.
Η ενασχόληση του μυαλού με άλλα δεν δίνει την δυνατότητα στο σώμα να νοσήσει.
Φωτιά κάνει κρύο στην μέση του πουθενά. Ο Πέτρος από τα μανιάτικα βγάζει την κιθάρα,παίζει.
Κόσμος,εργάτες δουλεύουν στα βαγόνια,είναι κίτρινοι από το θειάφι,είναι σκυθρωποι.
Ο ιμάντας μεταφέρει πέτρωμα,ο θόρυβος δυνατός.
Εργάτες σπρώχνουν ένα βαγόνι. Σκοποί οπλισμένοι Γερμανοί επιτηρούν.
Ένα καράβι με φώτα σβηστά έχει δέσει στο μώλο.
Οι εργάτες φορτώνουν. Από την στοά βγαίνουν κεφάλια με φακούς .
Ο Πέτρος συνεχίζει να παίζει,κανείς άλλος δεν μιλάει βλέπουμε τους εργάτες.
Βάζουμε ξύλα στην φωτιά,προσέχουμε να μην πειράξουμε τίποτα,η πρωινή βάρδια πρέπει να τα βρει όπως τα άφησε ο χρόνος.
Κραμπα ,που και πού κραμπα,το σώμα σταμάτησε να πονάει.
Είναι τόσο όμορφα...Ξημερώνει η ανηφόρα στέκεται μπροστά ,φαίνεται ανίκητη...
Ίσα το ποτάμι ίσα το ποτάμι..Το γουοκμαν παίζει στα αυτιά....

Άσχετες άστοχες σκέψεις εικόνων κάπου εκεί έξω...

Μάιος έτος απροσδιόριστο. Βροχερός καιρός με διάχυτη μελαγχολία της μουντάδας. Λίγο τα πρωινά blues, λίγο τα βραδινά ουίσκι σε εκείνο το σκοτεινό club .
Εικόνες μουντές .
Άσπρες τρίχες σε παιδικά πρόσωπα,έτος απροσδιόριστο.
Φοβόταν την βροχή πλέον δεν χόρευε πια από κάτω της.
Απροσδιόριστος νούς.
Ανάμεσα σε γοητευτικους καπνούς η φωνή ρώτησε .
Αν ξανά ζούσε τι λάθη δεν θα έκανε πια. Όλα θα τα έκανα πάλι απάντησε,αλλά να! Θα διαχειριζομουν καλύτερα τα κόμπλεξ.
Δεν το πιστεύω είπε η φωνή,αυτά οι άνθρωποι τα θάβουν βαθιά μέσα τους.
Απροσδιόριστος νούς.
Ένα blues δωδεκαμετρο πάνω σε ένα μπουκάλι ουίσκι. Η μαύρη σερβιτόρα έφερε ένα μπωλ παγάκια.
Απροσδιόριστος νούς.
Βροχή,ο Δημοσθένης χτύπαγε τις χορδές από το κόντρα μπάσο σε ένα αυτοσχέδιο ρυθμό. Είχε κάνει μεγάλη πρόοδο ,αυτοδίδακτος. Απροσδιόριστο έτος και η αφίσα του Τσε κρεμασμένη σε ένα τοίχο.
Η Γεωργία κούναγε το κορμί της στον ρυθμό του μπασου,ένα χέρι χάιδεψε την πλάτη της και της πρόσφερε τσιγάρο.Συνέχισε να χορεύει.
Απροσδιόριστος νούς.
Σε ένα τραπέζι οι σκέψεις της νύχτας,ένα χέρι τον σήκωσε ψηλά. Η Νέλλη κάτι ψιθύρισε σκύβοντας στο αυτί,μια τούφα μαλλιών μπήκε στο στόμα του.
Απροσδιόριστο έτος απροσδιόριστος νούς. Υγρές σκέψεις σε βρεγμένο χαρτί,συνέχισε να γράφει. Βροχή.
Τι ηλικία έχεις ρώτησε η φωνή,απροσδιόριστη είπε. Εικόνες.
Μπάρ το ναυάγιο ένας μεθυσμένος είχε πιάσει την κουβέντα με σκιές. Δεν υπάρχει μεθυσμένος που είναι μόνος που είναι σιωπηλός,όλοι με κάποιον μιλάνε.
Ο Δημοσθένης απορροφημένος στις χορδές,η Γεωργία είχε κλείσει τα μάτια. Το λιγοστό φως του πορτατίφ κενταγε αισθήσεις.
Σε ένα μπάρ μια γυναίκα περίμενε να την κεράσει. Την κέρασε,πες μου του είπε καθώς κάθισε ποιο κοντά του.
Έναν Μάιο κάποιος είχε βγει στην βροχή και χόρευε .
Έναν Μάιο η θάλασσα ήταν ζεστή.
Έναν Μάιο κάποιος γεννήθηκε και κάποιος πέθανε.
Έναν Μάιο έβρεχε.

Απροσδιόριστες εικόνες απροσδιόριστου έτους απροσδιοριστου νού ...

Ήρωες που έγιναν παιδιά,παιδιά που έγιναν ήρωες.
Ήρωας ρε φίλε..το έβλεπε στο βλέμμα του,είχε πατήσει μόλις το play στο video. Cristiane F ..
Ήρωας ρε φίλε ξαναείπε και τράβηξε μια τρίχα από τα γένια του.
Κίτρινο υγρό κύλησε σε βρώμικο αίμα. Μια τρύπα στον καναπέ από τσιγάρο ξεχασμένο.
Ρε μαλάκα θα με γαμησει η μάνα μου .. Ήρωας ρε φίλε ξαναείπε..
Κάθισε στα πόδια του και του έδωσε το στόμα της..της άρεσε αυτός ο τύπος.
Ήρωας ρε φίλε μονολογούσε.
Μαλακες προσέχετε θα με γαμησει η μάνα μου αύριο.
Το video έπαιζε,μια συναυλία,μια τουαλέτα,μορφές..Ήρωας.
Την πήρε και πήγαν στο δωμάτιο το παιδικό,παιδί είπαν ήταν.
Μαλακά προσέχετε μην τα βρεξετε όλα,θα με γαμησει η μάνα μου.
Ήρωας ρε φίλε ,μονολογούσε στην πολυθρόνα κρατώντας ένα τσιγάρο που έκαιγε το πουκάμισο του.
Ξύπνα μαλάκα θα καείς..γέλια.Ήρωας ρε φίλε και κούνησε το κεφάλι του ..γέλια.
Το video έπαιζε,ήρωες σε μάτια παιδικά.
Μπήκαν μαζί στο μπάνιο με πρόχειρα ρούχα. Ρε μαλάκα μη κάνετε νερά θα με γαμησει η μάνα μου αύριο.
Ήρωας ρε φίλε και τράβηξε άλλη μία τρίχα από τα γένια του.
Ρε μαλάκα το παπί που είναι ; εχθές το έδωσα  και ακόμα να έρθει.
Χτύπησε το κουδούνι,κουφάλα πότε γύρισες ; Ένα μπουκαλάκι από αρωματική βανίλια,μωρή κουφάλα στρίψε ένα.
Ήρωες ρε φίλε..
Ρε μαλάκες ρε μαλάκες σύρμα η μάνα μου..

Ήρωες ρε φίλε....

Χαθήκαμε είπε έχοντας την γλυκιά γεύση από το χαρουπι στο στόμα..
Έβγαλε τα ρούχα και πήδηξε στην βάθρα,έλα είπε. Το παγωμένο νερό μπήκε σαν ξυράφι στο σώμα,σιγά σιγά το συνήθισε.
Μπήκαν και οι άλλοι μέσα ..Πέντε το πρωί και η Αλεξάνδρας ήταν άδεια,το νερό παγωμένο. Δεν είχαν κοιμηθεί το βράδυ,ήταν από αυτά τα παράξενα βράδια. Το μπαλκόνι κρεμασμένο στο γκρεμό,μάχη για την αιωρα ..το ποτάμι κατέβαινε στην θάλασσα.
Φοίνικες στο βάθος και το σούρουπο χορευτές από την Λιβύη πάνω στο κύμα.
Πέντε το πρωί και στην Αλεξάνδρας το νερό ήταν παγωμένο.
Το πέτρινο σπίτι είχε ξυπνήσει,σεντόνια ,τσιγάρα,μικρά πετραδακια και κάποια μπουκάλια.
Το πέτρινο σπίτι δεν είχε κοιμηθεί,κάποιοι είχαν φτιάξει καφέ..κάποιος έσπαγε..
Ο Βασίλης έβαλε μουσική , η Τζίνα πότιζε τον κήπο της κουζίνας.
Το πέτρινο σπίτι στην μέση του πουθενά γέλαγε.
Πέντε το πρωί και στην Αλεξάνδρας είχε αρχίσει σιγά σιγά να βγαίνει ο ήλιος.
Γύρισαν γυμνοί από το ποτάμι μασουλοντας χαρουπια..
Τα χαλάσματα από το μοναστήρι την ημέρα είχαν άλλη όψη,το βράδυ γελαγαν με τα φαντάσματα.
Ένας γέρος τους έλεγε για τους θρύλους, αυτοί γυμνοί χόρευαν.
Ο Βασίλης είχε υποσχεθεί βόλτα με τα άλογα,σταυροφόροι με σπαθιά άνοιγαν δρόμο. Η μάχη ήταν σκληρή,παράπλευρες απώλειες σημάδια από αίμα.
Καυτή βελόνα και στίγμα αφοσίωσης,η μουσική έπαιζε κάποιοι χόρευαν.
Πέντε μέρες Πέντε νύχτες,πέντε το πρωί στην Αλεξάνδρας μονάχος χάραμα να περιμένεις ασθενοφόρο.
Σταμάτησε,ο Jerry τον είδε  ,είχε έτοιμο τον καφέ.
Διπλό εσπρέσο όπως τον πίνει.

Άσχετες άστοχες σκέψεις εικόνων κάπου εκεί έξω....

Μέσα στο καινούργιο του κοστούμι ο Τόμ έστεκε απέναντι στους δικαστές του. Σαν ελαιογραφια του Γκογια στα ρούχα ενός νεκρού.
Ετυμηγορία ..ένοχος! Είχε κρατήσει το στόμα του κλειστό.Οι υποσχέσεις πρέπει να τις κρατάς σκέφτηκε.
Οι δικαστές είχαν απορησει..πρέπει να κάνω την δουλειά μου είπαν,ο νόμος είναι νόμος..Χτύπησε το σφυρί στην έδρα.
Ο επόμενος.
Το μαύρο σκυλάκι στην Αλεξάνδρας σήμερα ήταν στην θέση του.
Μια κλούβα είχε σταματήσει δίπλα στο φανάρι..Μια παλάμη σαν να μουτζωνει στο σύρμα του παραθύρου.
Ένα παγωμένο σκοτεινό υπόγειο ,ένα πέτρινο κρεβάτι.
Η πόλη είναι όμορφη όταν ξυπνάει.
Ο γέρο Κρητικός βηματιζε ,τρία βήματα κάθετα δυο οριζόντια. Κάθε πρωί το ίδιο πράγμα πάνω κάτω.
Στο βάθος ο Υμηττός ήταν όμορφος ακόμα και περιφραγμένος.
Η πόλη είναι όμορφη όταν ξυπνάει.
Κάποιος είχε πετάξει πάλι βαρβιτουρικά κάτω από την πόρτα.
Ο Τόμ δεν τα άγγιζε οι υποσχέσεις πρέπει να κρατούνται είπε.
Μυρωδιά από ψημένα κρουασάν,ναι δεν έκανε λάθος την αναγνώριζε από μακριά.
Έχουν τον τρόπο τους οι μυρωδιές να τρυπώνουν παντού.
Το λεωφορείο για Πικέρμι σταμάτησε στην στάση. Το φανάρι άναψε και η κλούβα ξεκίνησε. Ναι δεν έκανε λάθος ένα χέρι μουτζωνε τον κόσμο. Ο φρουρός τίναξε το τσιγάρο έξω από το παράθυρό.
Η πόλη είναι όμορφη όταν ξυπνάει.
Ένας θόρυβος,ένα κλειδί,η πόρτα άνοιξε..Ώρα για πρωινό σκέφτηκε ο Τόμ και έσυρε τα βήματα του.
Τις υποσχέσεις πρέπει να τις κρατάς σκέφτηκε..
Ο καφές ήταν έτοιμος .

Τρελές ιστορίες..άσχετες άστοχες σκέψεις εικόνων κάπου εκεί έξω.