Οι τοίχοι ήταν ασπρισμενοι,η τεράστια βερικοκια Διαμαντοπούλου στην αυλή έφτανε μέχρι τον ουρανό. Ο κορμός της ήθελε δυο άντρες για να τον αγκαλιάσουν.
Χτύπησαν την πόρτα ,να φιλήσεις το χέρι του παππού και της γιαγιάς είπε η μάνα. Ο παππούς καθόταν στο ξύλινο τραπέζι της αυλής,τέσσερα δωμάτια γύρω γύρω στεγαζαν την οικογένεια.
Η γιαγιά έφτιαχνε γεμιστές ντομάτες ,τα μπαχαρικά μύριζαν παντού.
Οι μεγάλοι κάθισαν μαζί με τον παππού . Το αγόρι ανέβηκε στην μάντρα και από εκεί σε ένα κλαδί της βερικοκιάς,κοίταζε την κορυφή και του φαινόταν ότι ακουμπαγε τα σύννεφα. Έκοβε και έτρωγε,πρέπει να ήταν τα ποιό γλυκά βερίκοκα που έχει φάει ποτέ.
Οι μεγάλοι κάτι κουβέντιαζαν χαμηλόφωνα,το έκαναν συχνά.
Η γιαγιά έβγαλε παστουρμά ελιές,τυρί , τζατζίκι και κρασί,στο αγόρι έβγαλε βισιναδα. Κάθισε στο σκαλί της κουζίνας και κοίταζε τον παππού να μιλάει.
Έλεγε για ενα μέρος μακρινό και πλούσιο που μετά έγινε πόλεμος. Έλεγε για φωτιές και νεκρούς ,θάλασσες με αίμα.
Έλεγε για καράβια που δεν χωραγαν οι ανθρωποι ,και έπειτα για στεριά καλύβες μέσα στην λάσπη.
Έλεγε για κάποιον Βενιζέλο και έναν Πλαστήρα στο άλογό το μαύρο.
Έλεγε για ενα ποτάμι που φούσκωσε εκεί έξω από το σπίτι,πλημμύρισε η περιοχή και χάθηκαν ανθρώποι .
Ήξερε πολλά εκείνος ο παππούς,ήξερε και μία γλώσσα αλλιώτικη που μίλαγαν σε εκείνο το μέρος το μακρινό.
Κατέβαινε την Παναγή Τσαλδάρη ,η μηχανή έκανε αριστερά ,ένας παππούς ασπριζε την αυλή. Σήκωσε το βλέμμα και κάπου εκεί στα σύννεφα είδε άνθη βερικοκιάς.
Ψάχνετε κάτι;σας βλέπω ώρα εδώ,Τον ρώτησε μία γυναίκα που κράταγε ένα ταψί με γεμιστά.
Όχι όχι περαστικός είμαι είπε ,και έκανε να φύγει...
Άσχετες άστοχες σκέψεις εικόνων κάπου εκεί έξω...
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου