Πέμπτη 13 Ιουλίου 2017

Τον έβλεπε τα βράδια, εκείνα τα ζεστά, υγρά, καλοκαιρινά βράδια. Τον έβλεπε να περπατά σε δρόμους αποροφημενος σε σκέψεις.
Πάντα κοίταζε τα σπίτια, τα παράθυρα τα ανοιχτά.
Άλλα φωτισμένα άλλα σκοτεινά, κουρτίνες, γλάστρες, έπιπλα και φώτα δημιουργουσαν τις ιστορίες του.
Έβλεπε τις σκιές των ανθρώπων και έμπαινε μέσα τους.
Χαρούμενα πρόσωπα, λυπημένα, φωτεινά.
Νεανικά και γερασμενα, και ρυτίδες. Οι ρυτίδες τον τράβαγαν να κάνει εικόνες.
Παράθυρα και πρόσωπα καθρεφτίζουν τα πάντα, είναι εντυπωσιακό το τι κοινά έχουν.
Ένα παράθυρο όμως όμως πάντα ανοιχτό του είχε εξάψει τη φαντασία.
Πάντα στην πλήρη άπνοια την καλοκαιρινή εκεί στο ανοιχτό παράθυρο είχε αέρα.
Όπως λικνιζε τις μωβ κουρτίνες ο αέρας και τις σκιές από το φως των κεριών στο βάθος έβλεπε.
Έβλεπε μια γυναικεία σιλουέτα με ρούχα μπαλαρίνας να χορεύει. Ένα ποτήρι στο περβαζι με φρέσκα πάντα λουλούδια ήταν εκεί πάντα.
Εκείνος καθόταν στα απέναντι σκαλακια με ένα μικρό σημειωματαριο και αποτυπωνε λόγια, έπειτα τα πέρναγε στην παλιά γραφομηχανή
Τρία χρόνια, τρία καλοκαίρια κάθε μέρα, εκεί.
Οσπου ένα ξημέρωμα που το φεγγάρι εσβηνε την είδε.
Η σιλουέτα πήρε μορφή και............ #χρονογραφη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου