Πέμπτη 13 Ιουλίου 2017

Έξι η ώρα και είναι η ώρα των τρελών. Δρόμοι με λιγοστή κίνηση,βιαστικοί άνθρωποι βιαστικοί οδηγοί.
Για δεύτερο πρωινό το μαύρο σκυλάκι στην Αλεξάνδρας δεν είναι στην θέση του.
Πάει η Αθήνα που ξέραμε λέει ο Jerry καθώς φτιάχνει καφέ,πάει η πόλη που ποτέ δεν κοιμόταν.
Ένα ζευγάρι τουριστών τρώει πρωινό..Εκείνη διαβάζει ένα βιβλίο του David Mercer .
Μοτέρ..flash back πάμε. Το ταξίδι θα ήταν πολύωρο ..
Μια λάμπα θυέλλης φώτιζε την σκηνή κάτω από τα πεύκα..
Του μίλαγε για τον καταραμένο αυτόν άγγλο θεατρικό συγγραφέα .Παιχνίδια τηλεόρασης.
Κρεμόταν από τα χείλη της,ένας κόσμος μακρινός παράξενος που προσπαθούσε να κατανοήσει.
Του είπε για την άρνηση των πανεπιστημιακών ως μη πιασάρικο θέμα για διδακτορικό. Με υποτροφία πήρε την εκδίκηση της. Στην υγειά του είπε και σήκωσε το μπουκάλι με το κόκκινο κρασί.
Συνέχισε να διαβάζει δυνατά,ένα κουνούπι γευόταν αίμα,μία σταγόνα κρασί εσταξε.
Κοίταξε γύρω και είδε κόσμο,γλώσσα ακατανόητη αφηρημένης σκέψης.
Οί τουρίστες δίπλα πλήρωσαν και έφυγαν.
Μοτέρ σκηνή δυο,πάμε. Η λογοτεχνία δεν ήταν το φόρτε του δυσκολευόταν να κατανοήσει αυτά που οι μορφωμένοι έλεγαν.
Γιε μου είπε ο μπάρμπα Διαμαντής μια κρύα νύχτα του χειμώνα,ο άνθρωπος έλκεται από το άγνωστο.
Σκούπισε την μύτη του,είχε αρρωστήσει και το χαιρόταν ,δεν έφταιγε πλέον εκείνη η παιδική αρρώστια που όλα τα έριχνε σε αυτή. Δεν ήθελε να πάρει φάρμακα ήθελε να χαρεί τα συμπτώματα ζωής.
Το Ραδιόφωνο έπαιζε..
Ο χρόνος ειναι ο χειροτερος
εχθρος
Σε καιει
Σε σκορπαει
Και σε παγώνει.
Στο μικρό μπαράκι στην Αντίπαρο είχε πάντα κόσμο ,στο τραπέζι δίπλα στο παράθυρο μια λάμπα έκαιγε.
Κάποιοι παράξενοι άνθρωποι έπιναν τεκίλα,το έπαθλο ήταν το σκουλήκι.
Η πλατεία Ομονοίας δεν θα είναι ποτέ η ίδια οι κυλιόμενες σκάλες σταμάτησαν.
Πάνω κάτω η ζωή πάνω κάτω. Η πλατεία Βάθη έχει φώτα και το Πολυτεχνείο είναι κλειστό .
Περιστέρια σε αγώνα ζωής και θανάτου στην άσφαλτο.
Μυρίζει βροχή..Το μοτέρ χάλασε σταμάτησε..

Άσχετες άστοχες σκέψεις εικόνων κάπου εκεί έξω..

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου