Πενήντα τόσες Δευτέρες σκέφτηκε καθώς μετραγε το ζύγι. Χρωματιστές λαδόκολλες και κόλα από αλεύρι.
Θλιμμένος πάντα ο καιρός την καθαρά Δευτέρα,θλίψη και χαρά ζυγιαστικαν στον ουρανό.
Πρέπει να διαλέξεις είπε ,θλίψη ή χαρά ; πρέπει να αποφασίσεις.
Κοίταξε τον ουρανό ,μία κουκίδα ο αετός και αμολυσε καλούμπα.
Είδε ένα παιδί που έκανε κεφάλι,παναλαφρος ο αετός σηκώθηκε στον αέρα.
Είδε τον αετό που βάρυνε, δωμάτιο με ιδρώτα. Καρναβάλι Πατρινό και αηδία η φωνή του Άλκη Στέα.
Είδε το τρένο που σταμάτησε στην πόλη της Αυλίδας,είχε μέρα φωτεινή παράξενο για Δευτέρα.
Στάθηκε στον πίνακα μπροστά σε μεταξωτά σεντόνια,έλα ,άκουσε μία φωνή στο πόδι τριφτικε μία γάτα..
Στου Φιλοπάππου είχαν στήσει γλέντι,φασολάδα από τον σύλλογο κρασί από βαρέλι. Πολύχρωμοι οι αετοί στον ουρανό της πόλης.
Έλα άκουσε μια φωνή κάπου από ένα σπίτι,θλίψη ή χαρά εσύ πρέπει να διαλέξεις. Ισιωσε τα ζυγια και αμολυσε καλούμπα.
Άσχετες άστοχες σκέψεις εικόνων κάπου εκεί έξω...
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου