Κυριακή 15 Ιουλίου 2018

Μικρά μαύρα γράμματα.

Το σπίτι είχε αδειάσει,μόνο άψυχα όπως θα έλεγαν κάποιοι πράγματα είχαν παραμείνει. Κρεβάτια,έπιπλα ,γλάστρες,και εκείνο το έπιπλο το γεμάτο γράμματα,χαρτιά,φωτογραφίες,αναμνήσεις. Ξεφυλλιζε αναμνήσεις να περάσει κάπως η ώρα. Κλήσεις από δικαστήρια για δίκες,μάρτυρας και κατηγορούμενος. Ημερομηνίες άγνωστες να γυρνάνε ,να και το απολυτήριο από τον στρατό. Ενα μαύρο τετράδιο,ημερολόγιο ..ζητώ ακρόαση Θεού. Δεν υπάρχει ρε μαλάκα Θεός. Μέρες και μήνες σκαλισμενοι με μαύρο στυλό..όπου τελειώνει η λογική αρχίζει ο στρατός..έγραφε αλλού.
Δέκα τόσο Ιουλίου 1983 . Βόλος, ΚΑΟΑ . Το τηλεφωνικό κέντρο ήταν λίγο απομονωμένο απο τα άλλα κτήρια,μέσα στα δέντρα. Δυο κρεβάτια τουαλέτα και ο πίνακας,θα μπορούσε να είναι κάποιο δωμάτιο για παραθερισμο ,αν δεν ήταν στρατός.
Ο λοχαγός ήταν κατηγορηματικός και αποφασισμένος στην τελευταία ομιλία του λίγο πριν φτάσουν εδώ.Θα σας κόψω τα πόδια αν συμβεί το παραμικρό μέσα στην κατασκήνωση,το μέσα το είχε τονίσει. Έξω από εκεί δεν με ενδιαφέρει.
Τα πάντα αποτυπωμένα στο μαύρο τετράδιο,κοίταζε αυτά τα μικρά γραμματακια . Πως τα κατάφερνε,τώρα δύσκολα ακόμα και με γυαλιά τα διαβάζει.
Είχε καθίσει λίγο στραβά στον παλιό καναπέ,τον ανακουφιζε από τον σφαχτη στο αριστερό πνεύμονα. Η από κίρρωση ή από πνευμονία θα πάω σκέφτηκε ,το ήξερε και έτσι δεν ανησυχούσε . Τον πόνο δεν άντεχε,αλλά,αλλά ήξερε τον τρόπο αν έφτανε εκείνη η στιγμή. Τα είχε κανονισμενα όλα στο μυαλό του. Σηκώθηκε και έριξε νερό στον βασιλικό,κρίμα . Κάρτες και γράμματα ,ευχές και λόγια αγάπης..Αγγλία,Γαλλία,Ολλανδία,τα γραπτά μένουν,ο καιρός όμως πέρασε. Το κόκκινο φωτάκι στον τηλεφωνικό πίνακα άναψε. Φόρεσε τα ακουστικά και έβαλε το βύσμα. Συνταγματάρχης έγραφε το μικρό αυτοκόλλητο πάνω από το φωτάκι.
Έλα αγάπη μου είπε μια γυναικεία φωνή,κάνε μου μια χάρη. Ενα καφέ θέλω αλλά στην Λέσχη δεν το σηκώνει κανένας . Χαμογέλασε..θα σας κόψω τα πόδια αν συμβεί το παραμικρό μέσα,η ατάκα του λοχαγού πέρασε από το μυαλό του. Το σπιτάκι του συνταγματάρχη ήταν λίγο ποιό κάτω. Ήταν μεσημέρι,οι περισσότεροι ήταν στην θάλασσα ,οι άντρες ήταν στις μονάδες,τα γυναικόπαιδα είναι σε καλά χέρια..ατάκα που έλεγαν μεταξύ τους η μικρή δύναμη των πέντε διαβιβαστων ..Ο πόνος δεν υποχωρούσε,μόνο σε μια στάση δεν το καταλάβαινε.
Το χέρι του άγγιξε εκείνη την μεγάλη τρύπα από κάψιμο που είχε το δεξί μπράτσο του καναπέ. Παλιά συγχωρεμενα έλεγε η μάνα του και έριξε ενα κάλυμμα επάνω. Το δάχτυλο άρχισε να ψαχουλευει το κάψιμο..τα μικρά γράμματα στο τετράδιο ίσα που φαινόντουσαν.
Φώναξε τον Μουμιν ,συνάδελφο που του είχε υποχρέωση. Είχε κάτσει στην σκοπιά αρκετές φορές για αυτόν. Ντύθηκε ,πήγε πήρε τον καφέ από μπιτς μπαρ και χτύπησε την πόρτα.
Έλα παιδί μου πέρασε είπε εκείνη..τον ρώτησε αν καπνίζει,Ναι είπε,του πρόσφερε τσιγάρο. Marlboro από μαλακό πακέτο,το τετράδιο δεν έγραφε τίποτα,του έκανε εντύπωση που το θυμήθηκε.
Θα σας κόψω τα πόδια αν συμβεί το παραμικρό μέσα στην κατασκήνωση..τα λόγια του λοχαγού γυρναγαν στο μυαλό του.
Το δάχτυλο του κάτι έπιασε στην τρύπα από κάψιμο του καναπέ. Κάτι σαν πλαστικό χωμένο μέσα σε αφρολεξ και σύρματα. Είχε φύγει βιαστικά και το έκανε συχνά αυτό,έβαζε πράγματα εδώ και εκεί. Το παράξενο είναι ότι σπανίως θυμόταν που τα είχε βάλει..
Κάτι φορές τον είχαν σώσει αυτά που έκρυβε. Όταν δεν ήταν καλά άρχιζε να ψάχνει το σπίτι. Όπως εκείνη την φορά που απογοητευμένος ξεκίναγε για την Μήλο . Δυο εβδομάδες,δύο ολόκληρες εβδομάδες τον έβγαλαν τα "χαμένα " . Έβγαλε το πλαστικό ,καμιά συγκίνηση προς την μικρή πέτρα.
Μωρό μου δεν σε ξέχασα,χρόνια πολλά για τα γενέθλια σου,είδες κάρτα που βρήκα;  ένας υδροχόος με ένα μεγάλο κουτάλι στην θέση του πεους . Κοίταξε την κάρτα,ημερομηνία ξεχασμένη,κάποιου Γενάρη.
Έλα κάτσε,κάτσε λίγο ,είπε εκείνη. Θα με βοηθήσεις σε κάτι δουλειές;ρώτησε. Θα μιλήσω εγω στον λοχαγό σου είπε. Αν μιλήσετε δεν έχω πρόβλημα.
Πήρε την μικρή πέτρα και πήγε προς την τουαλέτα,μία φωνή έλεγε πέτα την ,μια άλλη κράτα την να βρίσκεται,ποτέ δεν ξέρεις. Είχε αυτή την τάση του αποθησαυρισμου ,να φυλάει πράγματα μη τυχόν κάποτε και χρειαστούν. Μαυσωλείο, είχε ενα σπίτι μαυσωλείο,δεν ήθελε και δεύτερο . Αν χρειαστεί ξέρω σκέφτηκε,και εκείνος ο πόνος μαχαίρι. Ο φίλος του ο γιατρός τον εψηνε για εξετάσεις ,εκείνος τον έγραφε. Ποτέ δεν είχε ιδιαίτερες σχέσεις με γιατρούς,κόψε εκείνο ,κόψε το άλλο,πρόσεχε αυτό,πρόσεχε το άλλο. Ρε παρατηστε με έλεγε.
Άνοιξε το καπάκι στην τουαλέτα και έριξε την μικρή πέτρα,στο καλό είπε.
Το μαύρο τετράδιο έφτανε στο τέλος του,ένας μήνας είχε μείνει.
Εκείνη του είπε να κολυμπήσουν μαζί το βράδυ στο κόκκινο φεγγάρι. Το πρωί είχαν κουβαλήσει την σορό ενός ταγματάρχη,γλώσσες είπαν ότι ο έφεδρος μάγειρας της λέσχης ήταν μαζί του το βράδυ.
Η οικογένεια του ήταν απαρηγόρητη . Ο Μουμιν θα καθόταν στην βάρδια του . Στο σπίτι επικρατούσε ησυχία,μόνο ο ήχος από τον παλιό σιδερένιο ανεμιστήρα έδιωχνε τις σκέψεις.
Εκείνη σηκώθηκε και κλείδωσε την πόρτα..Εκείνος έκλεισε το μαύρο τετράδιο,κατέβασε τον γενικό διακόπτη του ρεύματος. Ο βασιλικός στην γλάστρα πήρε επάνω του.