Σάββατο 27 Ιανουαρίου 2018

Θα επιστρέψει!

Ο Κώστας (τυχαίο όνομα)ήταν μικροαπατεώνας,αμαρτησα για το παιδί μου δηλαδή.
Ο Κώστας είχε ένα μυαλό που έκοβε ξυράφι,σε πούλαγε και σε αγόραζε στο λεπτό.Είχε μια πειθώ που τα φύκια στα πούλαγε για μεταξωτές κορδέλες κυριολεκτικά.
Αμετανόητος εραστής του πάθους του,το δήλωνε σε κάθε ευκαιρία.
Είχε πείσει τον χάρο πολλές φορές,με εκείνο το χαρακτηριστικό χαμόγελο που φρόντιζε τα σάπια δόντια του να φαντάζουν σαν μαργαριτάρια. Τον έπειθε ότι αργεί η σειρά του ακόμα,και αυτό το πρόβλημα με την καρδιά του ήταν ανύπαρκτο. Ο χαρος το έτρωγε.
Όπως τότε που δανειζόταν τον προφυλακτήρα ξένου αυτοκινήτου ,έπεισε τον ιδιοκτήτη του ότι ήθελε να δει αν ταιριάζει στο δικό του :p
Έφτασε στα 60 , στο σπίτι είχε ησυχία ,ο χάρος αυτή την φορά δεν πείστηκε,η καρδιά αυτή την φορά σταμάτησε.
Κάποιος είπε ότι τον είδε στο προθάλαμο να παίζει πόκερ με τον χάρο.
Ο Κώστας θα επιστρέψει το ξέρουμε,είναι δύσκολος αντίπαλος και έχει πείρα ....

Άσχετες σκέψεις εικόνων κάπου εκεί....

Τρίτη 16 Ιανουαρίου 2018

Οί τρεις φίλοι.

Το παλιό Citroen κόντευε να τα φτύσει ,κυνηγημένοι από τον καιρό σε κείνο το βουνό στην Κρήτη. Τρείς φίλοι χαμένοι σε βροχερό τοπίο. Ο χωματόδρομος πλησίαζε στο τέλος του και τα πρώτα φώτα ύστερα από ώρες φάνηκαν . Τα πρώτα σπίτια,και καπνός από τα τζάκια που έκαιγαν. Στην άκρη του δρόμου μια γυναίκα έκοβε ξύλα . Σταμάτησε ,κοίταξε το Citroen με τα θολά από χνώτα και τσιγάρα τζάμια. Στο βάθος φαινόταν μια μικρή πλατεία με ένα πλάτανο στην μέση ,και ενα καφενείο στα δεξιά . Που πάτε; Έλληνες είσαστε; δεν βγαίνει ο δρόμος από εδώ. Η γυναίκα κράτησε μια απόσταση από το αυτοκίνητο σαν να φοβόταν. Το άσπρο τσοπανοσκυλο δίπλα της χάλαγε τον κόσμο. Έλληνες είμαστε κυρία έχει χαλάσει το αυτοκίνητο και έχουμε χαθεί. Έσκασε χαμόγελο ,έτσι σαν να ησύχασε. Είπε και ενα σκάσε του άσπρου σκύλου, και εκείνος μαζεύτηκε. Αφήστε το αυτοκίνητο εδώ και ελάτε,προχώρησε με τον σκύλο πάντα δίπλα της που μύριζε διεξοδικά. Έβρεχε ασταμάτητα ,το κρύο δυνατό,οι τρεις φίλοι μούσκεμα γιατί η πλαστική οροφή του παλιού Citroen είχε σκιστει . Άνοιξε την μεγάλη με τζαμαρία πόρτα του καφενείου. Μια στόφα αναμμένη στο κέντρο που επάνω ψηνοταν φέτες ψωμιού και μανιτάρια. Μαυροφορεμένοι άντρες ,άλλοι έπαιζαν πρέφα ,άλλοι τάβλι , άλλοι κουβεντιαζαν και άλλοι κάπνιζαν. Η μυρωδιά των τσιγάρων ,σε συνδυασμό με τα ξύλα που έκαιγαν, και με όλο το σκηνικό είχε αυτή την εικόνα της παρέας. Δεν ξέρω αν υπάρχει σε άλλη γλώσσα αυτή η λέξη . Οι άντρες τα έχασαν,ήταν φανερό πως δεν έβλεπαν ξένους στο χωριό τους. Στους τρεις φίλους έδωσαν την καλύτερη θέση δίπλα στην στόφα. Τα βρεγμένα ρούχα έβγαζαν καπνό καθώς στεγνωναν . Οι άντρες μοίρασαν τσιγάρα ,ρακές και μεζέδες στους φίλους. Τρείς φίλοι τρεις νεοι. Οι ρακές έφεραν και άλλες ρακές,τα τσιγάρα και άλλα τσιγάρα ,και ψωμί και μεζέδες και φαΐ. Και ήρθαν μεσάνυχτα ,και το παλιό Citroen λαβωμενο κάτω από μία ελιά. Και οι μαυροφορεμένοι άντρες να τσακώνονται ποιος θα κοιμησει τα κοπέλια . Και άνοιξαν τα σπίτια ,με τσιγάρα,με ρακές και με παρέα. Άσχετα ,άσχετα ,λόγια και εικόνες.

Δευτέρα 15 Ιανουαρίου 2018

Μαύρα μάτια!!

Μαύρα μάτια μαύρα φρύδια μαύρα κατσαρα μαλλιά..
Να σου πω την μοίρα σου είπε εκείνη την ζεστή μέρα του Απρίλη.
Άνοιξε την παλάμη του και βγήκαν από μέσα χαρές και λύπες.
Γελάς είπε
Έχεις πόνο μεγάλο και πένθος αλλά γελάς.
Ένα Κάπα σε σκέφτεται σε ψάχνει. Η γραμμή της ζωής σου είναι γεμάτη αλλά μικρή.
Έβαλε καλύτερα το μεγάλο λουλούδι στο αυτί.
Κοίταξε τα μάτια του, εκείνος τράβηξε το βλέμμα του.
Μη φοβάσαι του είπε αυτά εκεί μέσα είναι δικά σου, δεν θα στα πάρω. Θα τα δώσεις στο Καπα όταν σε βρει.
Ένας ηλικιωμένος σταμάτησε, μη την πιστεύεις είναι μάγισσα.
Εκείνη χαμογέλασε, ένα δόντι χρυσό γυάλισε στον ήλιο.
Του έβαλε στο χέρι ένα λουλούδι παρτο είπε είναι δικό σου.
Ένοιωσε ένα χέρι δίπλα του, άνοιξε τα μάτια, κοιμόταν φαίνεται.
Κάτι είχε στο χέρι του, ένα λουλούδι..

(Giuseppe Amisani (1879 – 1941, Italian)