Από τον κάτω όροφο ακουγόταν ghost rider. Το ανσασερ σταμάτησε, άνοιξε την πόρτα..
Όλα ήταν ίδια, σταματημένος χρόνος, πιάνο, βιβλία, σερβιτσια, ξεστρωτα κρεβάτια. Αράχνες και σκόνη οι νέοι κάτοικοι, και περιστέρια στο μπαλκόνι.
Άνοιγε πόρτες και έκλεινε όλα μυριζαν σκόνη, πάντα μύριζε σκόνη το σπίτι αυτό, και έρωτα φιλιά και χάδια.
Και γέλια
Και μουσική
Και όνειρα που έγιναν σκόνη, να! εκείνος ο νεροχύτης που έμεινε να στάζει. Άστο άστο αύριο είπε.
Και το πιάνο, ναι ναι, το άκουγε ακόμα σε νότα κολλημένη.
Μια σταγόνα αίμα εκεί κάτω στο πάτωμα, έσκυψε να την σκουπίσει. Δεν έβγαινε σαν να θελε να του θυμίζει.
Κάθισε στην μεγάλη βικτωριανη πολυθρόνα και έστριψε τσιγάρο, έκλεισε τα μάτια καθώς ο ήλιος έμπαινε από το ανοιχτό παράθυρο.
Μάζεψε τους λογαριασμούς τους έβαλε στην τσάντα, χαιδεψε μία φωτογραφία από παλιές διακοπές.
Δεν ήθελε να σκουπίσει, φοβήθηκε ότι θα τα χάσει όλα.
Κλείδωσε τέσσερις φορές την πόρτα ασφαλείας, χαμογέλασε και κάλεσε το ανσασερ... Η μουσική είχε σταματήσει.....
https://youtu.be/5rISbnsi0Ns