Το παλιό Citroen κόντευε να τα φτύσει ,κυνηγημένοι από τον καιρό σε κείνο το βουνό στην Κρήτη.
Τρείς φίλοι χαμένοι σε βροχερό τοπίο. Ο χωματόδρομος πλησίαζε στο τέλος του και τα πρώτα φώτα ύστερα από ώρες φάνηκαν .
Τα πρώτα σπίτια,και καπνός από τα τζάκια που έκαιγαν. Στην άκρη του δρόμου μια γυναίκα έκοβε ξύλα .
Σταμάτησε ,κοίταξε το Citroen με τα θολά από χνώτα και τσιγάρα τζάμια.
Στο βάθος φαινόταν μια μικρή πλατεία με ένα πλάτανο στην μέση ,και ενα καφενείο στα δεξιά .
Που πάτε; Έλληνες είσαστε; δεν βγαίνει ο δρόμος από εδώ.
Η γυναίκα κράτησε μια απόσταση από το αυτοκίνητο σαν να φοβόταν. Το άσπρο τσοπανοσκυλο δίπλα της χάλαγε τον κόσμο.
Έλληνες είμαστε κυρία έχει χαλάσει το αυτοκίνητο και έχουμε χαθεί.
Έσκασε χαμόγελο ,έτσι σαν να ησύχασε. Είπε και ενα σκάσε του άσπρου σκύλου, και εκείνος μαζεύτηκε.
Αφήστε το αυτοκίνητο εδώ και ελάτε,προχώρησε με τον σκύλο πάντα δίπλα της που μύριζε διεξοδικά.
Έβρεχε ασταμάτητα ,το κρύο δυνατό,οι τρεις φίλοι μούσκεμα γιατί η πλαστική οροφή του παλιού Citroen είχε σκιστει .
Άνοιξε την μεγάλη με τζαμαρία πόρτα του καφενείου.
Μια στόφα αναμμένη στο κέντρο που επάνω ψηνοταν φέτες ψωμιού και μανιτάρια. Μαυροφορεμένοι άντρες ,άλλοι έπαιζαν πρέφα ,άλλοι τάβλι , άλλοι κουβεντιαζαν και άλλοι κάπνιζαν.
Η μυρωδιά των τσιγάρων ,σε συνδυασμό με τα ξύλα που έκαιγαν, και με όλο το σκηνικό είχε αυτή την εικόνα της παρέας. Δεν ξέρω αν υπάρχει σε άλλη γλώσσα αυτή η λέξη .
Οι άντρες τα έχασαν,ήταν φανερό πως δεν έβλεπαν ξένους στο χωριό τους. Στους τρεις φίλους έδωσαν την καλύτερη θέση δίπλα στην στόφα. Τα βρεγμένα ρούχα έβγαζαν καπνό καθώς στεγνωναν .
Οι άντρες μοίρασαν τσιγάρα ,ρακές και μεζέδες στους φίλους.
Τρείς φίλοι τρεις νεοι. Οι ρακές έφεραν και άλλες ρακές,τα τσιγάρα και άλλα τσιγάρα ,και ψωμί και μεζέδες και φαΐ. Και ήρθαν μεσάνυχτα ,και το παλιό Citroen λαβωμενο κάτω από μία ελιά. Και οι μαυροφορεμένοι άντρες να τσακώνονται ποιος θα κοιμησει τα κοπέλια .
Και άνοιξαν τα σπίτια ,με τσιγάρα,με ρακές και με παρέα.
Άσχετα ,άσχετα ,λόγια και εικόνες.