Τον μπάρμπα Κώστα τον γνώρισε σε ένα νοσοκομείο παρελθόντα χρόνου.
Έτσι του πρότεινε το καλοκαίρι να κατέβει Κρήτη να δουλέψει στα σταφύλια.
Πάνω στο βουνό στις μικρές καλύβες ο μπάρμπα Κώστας ξεχώριζε με την ψηλή λιγεροκορμη κορμοστασιά του.
Σκαμενο πρόσωπο με πλούσια γένια λες και ξεπρόβαλε από πίνακα του Γκογια.
Άιντε μωρέ κοπέλια να γελάσει η μέρα ,και έπαιρνε πρώτος το ψαλίδι.
Ο Ρόμαν έκοβε ο Τάκης γέμιζε το κοφίνι. Ο γάιδαρος υπομονετικά περίμενε το φόρτωμα. Γιε μου το ζώο διατάζει, εσύ υπακους ,είπε σαν πήρε την κατηφορια ο γάιδαρος και κυνηγαγαν να τον πιάσουν.
Και το σούρουπο όταν η δουλειά σταμάταγε ξένοι και Έλληνες μαζεύονταν στην μεγάλη καλύβα.
Το τραπέζι και τα ταψιά εστρωνε η γριά του,πρώτος ο μπάρμπα Κώστας γέμιζε κανάτα με κοκκινελι .
Κόκκινο κρασί αμεθυστο με ιδρώτα καμωμένο,και δάκρυα,και με γέλια τρυγομενο . Σε μια ακρη έκαιγε η φωτιά και έπαιζε η κιθάρα.
Και εκείνος γέλαγε με βροντερή φωνή , ήταν τα χρόνια του πολλά που δεν θυμόταν πόσα.
Γιε μου έλεγε, αυτή την θάλασσα μπροστά και το βουνό εδώ πίσω εγώ τα οργωσα στην πέρα μου ζωή.
Γιε μου είναι ο θάνατος χαρά, να πίνεις να τον γελάς ,και έφερνε το χέρι του και ισιωνε στην μέση το ζωνάρι. Μαχαίρι άσπρο σκαλιστό με λόγια χτυπημένο ,και μπότες μαύρες που αστραφταν στις σπίθες της φωτιάς.
Γιε μου έλεγε και εκείνος δεν χόρταινε να ακούει .
Τρείς τρυγους πέρασε στα λόγια του μπαρμπα Κώστα ,ώσπου μια νύχτα δεν ξύπνησε στο αμπέλι δίπλα κοιμήθηκε.
Στο ένα χέρι βρήκαν λέει το μαχαίρι και στο άλλο ρόγες από σταφύλι.
Κανείς ποτέ δεν έμαθε τα χρόνια που κουβαλούσε ,ούτε καν και η γριά του.
Μύθος υπήρχε στο χωριό πώς πάντα εκεί εζουσε.
Που και που έρχεται στον ύπνο μου και φέρνει λίγο σταφύλι..
Άσχετες άστοχες σκέψεις εικόνων κάπου εκεί έξω...
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου