Επτά το πρωί και τα πάντα κίτρινα στην αυλή απο την γύρη. Αναρωτιέμαι για λίγο που έχω παρκάρει ή άν έκλεψαν την μηχανή.
Φρίκη των δευτερολέπτων,ρε βλάκα στο συνεργείο είναι.
Ο David Άγγλος καθηγητής αν και καμιά εικοσαριά χρόνια στην Ελλάδα ακόμα δεν έχει μάθει Ελληνικά.
Κάθε μέρα και κάθε βράδυ όταν φεύγαμε από κάπου πάντα μα πάντα ψάχναμε το αυτοκίνητο.
Γελαγαμε με τα χάλια μας ψάχνοντας γύρω γύρω τα στενά.
Άρχισα να κατεβαίνω με τα πόδια,σαν τις γάτες ένα πράγμα κοίταζα γύρω. Για πρώτη φορά έβλεπα τα σπίτια,τις γωνιές,τα δέντρα τους ανθρώπους.
Το σπίτι του Κώστα ερμητικά κλειστό ,μα σαν να τον βλέπω να στέκεται στην πόρτα με την πληθωρική σιλουέτα του,τα κόκκινα μάγουλα και τα χοντρά χέρια.
Το σπίτι του καταφύγιο για γνωστούς και αγνώστους,ένα κέρασμα το είχε για όλους. Η μισή ζωή του στην φυλακή,και όμως,ένα λόγο κακό ποτέ δεν είχε πει. Η δουλειά τους είναι να με κυνηγάνε και η δική μου να τους ξεφεύγω συνήθιζε να λέει.
Δεν είμαι θρήσκος , αλλά πρέπει αν όχι η πρώτη, να ήταν μια από τις λίγες φορές που άναψα κερί σε εκκλησία όταν κινδύνευε η ζωή του.
Μήτσο είσαι καλά ; μου φώναξε από την πόρτα.
Καλά είμαι φίλε,απάντησα.
Χαθήκαμε είπε
Χαθήκαμε είπα. Ο Κώστας την τελευταία φορά δεν ξαναγύρισε από την φυλακή.
Άκουσα κόρνα,κοίταξα ,ήμουν ακουμπισμένος στην λεμονιά . Ήταν η Μαίρη ,τι κάνεις εδώ;πώς είσαι έτσι ; θες να σε πάω πουθενά;με ρώτησε.
Η σιλουέτα μου καθρεφτιστικε στο αυτοκίνητο,φοραγα καρώ πουκάμισο,τα μακριά μαλλιά μου ανέμιζαν στον πρωινό βοριά.
Η Μαίρη άπλωσε το χέρι της και τύλιξε το δάχτυλο της σε μία τούφα μου.
Μεγάλωσαν είπε.
Άρχισα να κατεβαίνω προς την Πανόρμου ,είχε ήδη βραδιάσει και εγώ έπρεπε να πάω στην τράπεζα....
Άσχετες άστοχες σκέψεις εικόνων κάπου εκεί έξω....
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου