Λεωφόρος Μαραθώνος,θάλασσα ο δρόμος από την βροχή. Είδη κιγκαλεριας Πικέρμι,η Ελένη έχει βγάλει φαγητό στο μαύρο σκυλάκι.
Η βροχή πάνω στο κράνος δημιουργεί εικόνες,θολές,καθαρές.
Η Ρούλα είχε μόλις έρθει από το χωριό,αβγαλτη από την ζωή της πόλης. Με χιόνια και με ζέστη συνεπιβάτης συνάδελφος του.
Πικέρμι Λενορμαν και ούτε μια φορά δεν ζήτησε την άνεση του λεωφορείου. Η Ρούλα ζούσε το όνειρο της πόλης,μαγεμένη από πρωτόγνωρες "παρανομιες".
Για την Ρούλα ο νεαρός εκείνος με τα χαλασμένα δόντια ήταν ο ήρωας της. Τον είχε ερωτευθεί.
Είχε γυρίσει όλη την Αθήνα μαζί του,έχεις πολλούς φίλους έλεγε ,τον περίμενε καθώς εκείνος έμπαινε στο σπίτι για να πάρει την κασέτα που του είχαν γράψει.
Κάθε μεσημέρι μετά την δουλειά,και η Ρούλα χαρούμενη πάντα μαζί.
Έβαζε τα χέρια της μέσα στο μπουφάν του και τον έσφιγγε. Όταν έτρεμε του έτριβε την πλάτη για να μην κρυώνει.
Είσαι ματιασμενος του έλεγε,εκείνος της έπιανε το χέρι και το χάιδευε.
Τής έλεγε ιστορίες,ζούσε ιστορίες,κρεμόταν επάνω του.
Όταν εκείνος χτύπησε η Ρούλα δεν έφυγε λεπτό από δίπλα του.
8 του Μάρτη ο εργοδότης έδωσε ένα καλάθι με κρασί σε κάθε γυναίκα.
Σταμάτα εδώ του είπε και του έδειξε το βουνό,σήμερα κερνάω εγώ.
Πήρε το μπουκάλι και το έβαλε στο στόμα της...
Στη λεωφόρο Μαραθώνος η αποθήκη είχε αλλάξει χρήση. Μια φωνή του είπε ,σταμάτα εδώ,κοίταξε προς το βουνό.
Κάτω από το μεγάλο πεύκο του φάνηκε ότι είδε την Ρούλα,κράταγε ένα μπουκάλι κρασί. Σήμερα κερνάω εγώ.
Άσχετες άστοχες σκέψεις εικόνων κάπου εκεί έξω....
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου