Ευχαριστώ είπε,καημό το είχα να μεθυσω και εγώ ένα βράδυ. Συνήθως κουβαλάω εγώ τους μεθυσμένους άντρες.
Χαμογέλασε ενώ ο πρωινός ήλιος εκείνη την μέρα του Μάρτη έκανε τα μαύρα μαλλιά της να γυαλίζουν.
Οι Σπέτσες είχαν αρχίσει να ξυπνάνε,η μυρωδιά από τα φρεσκοψημενα κρουασάν του φούρνου είχε απλωθεί στο δωμάτιο του ξενοδοχείου.
Ο Διαμαντής και η Νάνσυ στο δίπλα δωμάτιο ακόμα κοιμούνταν.
Στο λιμάνι στον Πειραιά ήταν νωχελικη η κίνηση των καραβιών. Τα hostels απομεινάρια πλέον σκόνης άλλης εποχής. Έψαξε να βρει το περίπτερο του Μιχάλη,άδειος ο δρόμος. Είχε το καλύτερο πόστο τον είχε σώσει πολλές φορές.
Πετράλωνα Πειραιάς ταξίδια ατελείωτα ,τον κουραζε πλέον η διαδρομή αυτή. Και όμως αυτή η διαδρομή ήταν πού τον συγκινούσε περισσότερο και όχι ο προορισμός. Ίσως άλλαξαν οι εποχές σκέφτηκε.
Στα Πετράλωνα ο χρόνος είχε σταματήσει,κάποιοι είπαν ότι κάνει λάθος.
Τέσσερις το πρωί ο Νίκος πέταξε μία πέτρα στο παράθυρο,σσσ σιγά σιγά μην ξυπνήσουν. Του άνοιξε και ανέβηκε,κρυψτα είπε και έφυγε.
Ο Διαμαντής και η Νάνσυ ξύπνησαν ήταν ακόμα ζαλισμένοι από το ποτό.
Καλά από τι ώρα έχετε ξυπνήσει ;τους ρώτησαν.
Μάλλον δεν κοιμηθήκαμε είπε,χαμογέλασαν και δαγκωσαν το κρουασάν.
Το πλοίο έφτασε στον Πειραιά ,ήταν η μοναδική επιβάτης. Τα μαύρα μαλλιά της γλιστραγαν στον αέρα.
Κούνησε το χέρι του ,εδώ εδώ είμαι.....
Άσχετες άστοχες σκέψεις εικόνων κάπου εκεί έξω.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου