Πέμπτη 13 Ιουλίου 2017

Καιρός να τα πετάξουμε αυτά είπε να αδειάσει ο χώρος.
Μου έδειξε ένα παλιό sleeping bank και μία σκηνή τεσσάρων ατόμων. Η ζωή μας πέρασε είπε,δεν υπάρχει πλέον κατάστρωμα όλα είναι κλεισμένα σε γυάλινο καβούκι.
Το άνοιξα ,μύρισε θάλασσα,αλάτι,ένα κύμα αέρα ανακατεμένο με άμμο έτσουξε τα μάτια . Είχε ακόμα λεκέδες από ιδρώτα καποιες τρύπες από ξεχασμένο τσιγάρο.
Είχε ακόμα κόσμο που ξέμεινε ποιος ξέρει από πότε.
Έλα έλα συνελθε είπε η φωνή,δεν υπάρχει κατάστρωμα πλέον.
Άνοιξα την σκηνή,άμμος κύλισε από μέσα. Έβγαλα τα παπούτσια και πάτησα επάνω,έκαιγε από τον ήλιο.
Να τινάξεις τα πόδια σου πριν μπεις σκέφτηκα.
Ρε συ! Ξύπνα δεν υπάρχει κατάστρωμα σου λέω.
Δεν υπάρχει ουρανός,δεν υπάρχει αλάτι,δεν υπάρχουν παρέες να πίνουν μπύρες.
Έφερα το sleeping bank στο αυτί το μουγκρητό της μηχανής,μα στο φουγάρο δίπλα βρήκες και εσύ να κάτσεις!
Η φωνή ακούστηκε ποιο χαμηλόφωνα τώρα,δεν υπάρχει κατάστρωμα ψέλλισε. Ο αέρας φυσαγε το sleeping bank είχε νοτισει από θαλασσινή αύρα..
Κοίταξε από την κουπαστή την σκοτεινή θάλασσα. Έφτιαξε την άμμο και έστρωσε το sleeping bank κάποιοι πέρασαν από επάνω του  ,μα ! Δεν υπήρχε άλλη θέση να ξαπλώσεις; Έλα κοιμήσου είπε το ταξίδι είναι μεγάλο. Μα που πάμε; δεν ήξερε ήταν το πρώτο καράβι που έφευγε από το λιμάνι.
Η φωνή ξανά ψέλλισε,δεν υπάρχει κατάστρωμα!

Άσχετες άστοχες σκέψεις εικόνων κάπου εκεί έξω.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου