6+30 πρωί το τηλέφωνο χτυπάει. Τρομάζεις, τέτοια ώρα μόνο για κακό.
Δεν θέλω να χτυπά, και όμως σκέφτομαι ότι ώρες ατελείωτες περίμενα να χτυπήσει κάποτε.
Πάντα για καλό χτύπαγε, όχι δεν θέλω να χτυπά τώρα.
Εμπρός; Τηλέφωνο άγνωστο, φωνή τρεμαμενη μεγάλου ανθρώπου. Την Μαρία θέλω, είναι καλά; είναι εκεί;
Λάθος κάνετε κύριε.
Μην ανησυχείτε όμως καλά θα είναι και η Μαρία σας.
Συγγνώμη συγγνώμη για την ενόχληση, καλή χρονιά και χρόνια πολλά.
Τα γατιά το καθένα στην θέση του κοιτάζουν απορημενα.
Η Μαρία σκέφτομαι, που είναι; Καφές τσιγάρο, ούτως ή άλλως θα σηκωνομουν.
Η Μαρία, πόσοι ψάχνουν καθημερινά την δική τους Μαρία.
Με τρομάζει το τηλέφωνο όταν βράδυ χτυπά πλέον.
Η Μαρία ποιος ξέρει αν γύρισε, ίσως να μπήκε κρυφά περπατώντας στις μύτες. Εκείνος θα άνοιγε τα μάτια, θα έστηνε αυτί μόλις το κλειδί γύρναγε στην πόρτα.
Η Μαρία ήρθε και σήμερα, μη της πείτε ότι την έψαχνα.
Η γάτα στα πόδια τρίβετε, καφές, χάδι.
Με τρομάζει το τηλέφωνο όταν το βράδυ χτυπά, ποτέ δεν είναι για καλό. Με τρομάζει η φωνή που θα πει, η Μαρία σήμερα δεν θα έρθει.
Όλα έξω είναι παγωμένα, δύο δεκαοκτουρες δίπλα δίπλα στο κλαδί. Χιόνι επάνω τους, μπορεί αυτή να είναι η ζωή, ένας κόμπος όμως.
Η μηχανή παίρνει μπροστά με την πρώτη.
Η νερατζια κατασπρη, στον δρόμο δεν υπάρχει ψυχή, μόνο η Μαρία επιστρέφει τέτοια ώρα.
Ανεβαίνει στην μηχανή, η δική μου Μαρία και σήμερα ήρθε.
Άσχετες άστοχες σκέψεις εικόνων κάπου στο ξημέρωμα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου