Πέμπτη 13 Ιουλίου 2017

Σημάδια έχει η ζωή.

Απέναντι καθόταν ο παππούς, κίτρινα δάχτυλα από νικοτίνη με ένα τσιγάρο σαντέ στα χείλη.
Πρόσωπο σκαμενο από χρόνια αλλόκοτα, βουνά, εξορίες, καμίνια, χαρές και λύπες.
Ένας αιώνας ζωή, ξεροκιανος με το παλιό τριμενο παλτό ριχτό πάνω στους ώμους του.
Άκου γιέ μου έλεγε καθώς έφερνε το ποτήρι με το κρασί στο στόμα κοιτώντας την θάλασσα.
Γέρο μη πίνεις ακουγόταν η φωνή της γιαγιάς.
Τι φοβάσαι ρε γυναίκα; μη πεθάνω! Δεν πέθανα όταν έπρεπε.
Η θάλασσα έστεκε ακίνητη όταν μιλούσε, θαρρείς και η ματιά του την ηρεμουσε.
Εκείνος ο νέος είχε αδυναμία στους μεγάλους ανθρώπους, κρεμόταν από τα χείλη τους όταν η ψυχή λυνόταν.
Εκείνος ο νέος έκανε εικόνες τα λόγια, μάλλον ήταν εικόνες τα λόγια.
Άκου γιέ μου, η ζωή έχει σημάδια. Σημαδεμενη είναι η ζωή θα αποκτήσεις και εσύ.
Άκου γιέ μου, ένα θα σου πω, φύλαξε τα σημάδια όταν τα βρεις. Φυλαξέ τα σαν φυλαχτό.
Ακούς γιέ μου!

Ο νέος εκείνος άκουγε και ας μην καταλάβαινε. Ο νέος εκείνος μεγάλωσε, τον παππού εκείνον δεν ξαναδε. Τα λόγια εκείνα έμειναν, είναι παράξενο κάποια λόγια προηγούνται της αξίας τους.
Ο νέος εκείνος αισθάνθηκε τυχερός και χαρούμενος αργότερα, όταν συνειδητοποιησε ότι είχε δικά του σημάδια.

Στα σημάδια λοιπόν, Βίβα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου